lostbody

χαμένο κορμί

Κυριακή, Ιούνιος 21, 2009

WALTER BENJAMIN

Υποστηρίζω ακράδαντα το δικαίωμα των ζώων να έχουν όχι μόνο μικρό όνομα αλλά πλήρες ονοματεπώνυμο. [Εκπνέοντας μαζί με τις λέξεις τον καπνό του τσιγάρου που είχε ρουφήξει νωχελικά προηγουμένως και είχε εγκλωβίσει στα πνευμόνια του για αρκετά δευτερόλεπτα] Ειλικρινά αδυνατώ να κατανοήσω την εξευτελιστική πρακτική να βαφτίζει κάποιος το κατοικίδιό του μόνο με ένα μικρό όνομα --συνήθως μάλιστα με ένα ανόητο υποκοριστικό. Δεν βρίσκω κανένα λόγο για τον οποίο να μη διαθέτουν και τα ζώα αυτό το προνόμιο της συνέχειας, της σύνδεσης (ακόμα και της απώλειας, αν θες) που προσδίδει το επώνυμο. Λοιπόν, αν είχα γάτα, θα την έβγαζα Ντόρα Μάαρ. [Κοιτάζοντας ψηλά και διαγώνια, σαν κάποιο αόρατο χέρι να του σήκωνε το πιγούνι] Αν όμως αποκτούσα γάτο... ναι, αν είχα γάτο, θα τον φώναζα Βάλτερ Μπένγιαμιν.


(στη φωτογραφία "
Portrait of Mao" του Qiu Jie)

Σάββατο, Μάϊος 02, 2009

GOODBYE CRUEL WORLD



Έριχ Φριντ - Λήψη μέτρων
(Erich Fried – Die Maßnahmen)



Να εξοντωθούν οι τεμπέληδες

Ο κόσμος γίνεται εργατικός

Να εξοντωθούν οι άσχημοι

Ο κόσμος γίνεται όμορφος


Να εξοντωθούν οι ανόητοι

Ο κόσμος γίνεται σοφός


Να εξοντωθούν οι άρρωστοι

Ο κόσμος γίνεται υγιής


Να εξοντωθούν οι θλιμμένοι
Ο κόσμος γίνεται αστείος

Να εξοντωθούν οι γέροι
Ο κόσμος γίνεται νέος


Να εξοντωθούν οι εχθροί
Ο κόσμος γίνεται φιλικός


Να εξοντωθούν οι κακοί

Ο κόσμος γίνεται καλός

---

(Η φωτογραφία από το έργο Retreat της Seonna Hong)

Για όσους 120 χρόνια μετά την πρωτομαγιά του Σικάγο το οκτάωρο εξακολουθεί να αποτελεί αίτημα -είτε γιατί δουλεύουν 4ωρα, είτε γιατί δουλεύουν 12ωρα.
Και για όσους ψιθυρίζουν ακόμα το τραγουδάκι που τραγουδούσαν οι εργάτες τότε:
«Θέλουμε να νιώθουμε τις ηλιαχτίδες / Θέλουμε να μυρίζουμε τα άνθη / O Θεός έτσι θα το 'θελε, είμαστε σίγουροι / Θέλουμε το οκτάωρο και το εννοούμε / Eπιστρατεύουμε τις δυνάμεις μας / Aπό ταρσανάδες, βιοτεχνίες και μύλους / Oκτώ ώρες δουλειά, οκτώ ώρες ξεκούρασης / Oκτώ ώρες για ό,τι λαχταρά η ψυχή μας


Τρίτη, Απρίλιος 14, 2009

ΤΟ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΟ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ


Βρήκε ένα φθηνό συνοικιακό κατάστημα μεταχειρισμένων ηλεκτρικών συσκευών, ωστόσο, με τα λιγοστά χρήματα που είχε, το μόνο που μπόρεσε να αγοράσει ήταν ένα παλιό ασπρόμαυρο πλυντήριο. Έτσι, τα άσπρα και τα μαύρα ρούχα του μπορούσε πλέον να τα πλένει στο σπίτι, αλλά για τα έγχρωμα έπρεπε και πάλι να επισκέπτεται το καθαριστήριο της γειτονιάς του.

(Στη φωτογραφία: "Department Store, Birmingham Alabama, 1956" του Gordon Parks).


Παρασκευή, Μάρτιος 27, 2009

ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ


Ζήτωωωωωω


(Η φωτογραφία από πίνακα του Arif Ozakca)

ΖΗΤΩ Η ΠΑΤΡΙΔΑ


Ζήτωωωωωω

ΑΝΤΙ ΤΥΠΙΚΩΝ ΕΥΧΩΝ



Πάμπλο Νερούδα - Αργοπεθαίνει

(Pablo Neruda - Muere lentamente)


Αργοπεθαίνει όποιος μετατρέπεται σε σκλάβο της συνήθειας,

επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες ρότες,
όποιος δεν αλλάζει μάρκα,

όποιος δεν διακινδυνεύει να ντυθεί άλλα χρώματα

και δεν μιλά σε όποιον δεν γνωρίζει.


Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος,

όποιος προτιμά το μαύρο πάνω απ' το άσπρο

και τις τελίτσες πάνω απ' τα «ι» αντί ενός στροβίλου συγκινήσεων,

εκείνων ακριβώς που ξεθάβουν
τη λάμψη απ' τα μάτια,
χαμόγελα απ' τα χασμουρητά,
καρδιές στα λάθη και τα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι

όταν είναι δυστυχισμένος στη δουλειά,
όποιος δεν διακινδυνεύει το βέβαιο για το αβέβαιο
για να κυνηγήσει ένα όνειρο,

όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του

τουλάχιστον για μια φορά στη ζωή του

να ξεφύγει απ' τις εχέφρονες συμβουλές.


Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει,

όποιος δεν διαβάζει,

όποιος δεν ακούει μουσική,

όποιος δεν βρίσκει χάρι στον εαυτό του.


Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,

όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,

όποιος περνά τον καιρό του παραπονούμενος

για την κακή του τύχη ή την ασταμάτητη βροχή.


Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει ένα σχέδιο πριν ακόμα το αρχίσει,

όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει,
όποιος δεν απαντά όταν τον ρωτούν κάτι που ξέρει.


Ας αποφύγουμε το θάνατο σε μικρές δόσεις,

ενθυμούμενοι πάντοτε ότι το να είσαι ζωντανός
απαιτεί μία προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη

από το απλό γεγονός της αναπνοής.


Μόνο η διακαής υπομονή θα μας οδηγήσει να πετύχουμε

τη λαμπρή ευτυχία.



(Η φωτογραφία είναι της Soffia Gisladottir, δημοσιευμένη στον flickr)


Δευτέρα, Μάρτιος 02, 2009

Ο ΠΑΛΙΑΤΣΟΣ ΚΑΙ Ο ΛΗΣΤΗΣ



Ο παλιάτσος και ο ληστής.

(Η φωτογραφία δανεισμένη από εδώ).

Κυριακή, Απρίλιος 13, 2008

ΤΗΛΕΠΕΡΣΟΝΕΣ


«Μπορεί να βρει κανείς ανθρώπους να κάνουν αυτή τη δουλειά για να αποφύγουν την ανεργία ή κάποια από τις μορφές της υποαπασχόλησης που καθιερώνονται στις χώρες που δεν είναι αναπτυγμένες ούτε υποανάπτυκτες, αλλά το εντελώς αντίθετο. Σ’ αυτές τις χώρες, τίποτε δεν χρησιμεύει για τίποτε και κανείς για τίποτε. Το να ζεις την ιστορία βασίζεται πάντα σε μια εικονική πραγματικότητα και συμπεριφορά. Οι χώρες αυτές θα μπορούσαν να εξαφανιστούν από το χάρτη και μόλις που θα γινόταν αντιληπτό, όλα σ’ αυτές είναι μικρά και ανεπαρκή, και μόνο αυτή η σπάνια συναισθηματικότητα που ξέρουν να αποπνέουν οι λαοί για να μην καταφύγουν στη συλλογική αυτοκτονία εμποδίζει τους κατοίκους τους από το να ριχτούν στη θάλασσα σαν αρουραίοι που τρέπονται σε φυγή εξαιτίας μιας σεισμικής κίνησης. Είναι χώρες που δεν μπορούν να κάνουν την επανάσταση ούτε να φτιάξουν έναν πραγματικό καπιταλισμό· εξαιτίας αυτών των δύο συνθηκών, οι κυρίαρχες τάξεις δεν μπορούν να είναι ούτε φιλελεύθερες ούτε δικτατορικές, αλλά ούτε μπορούν να προστρέξουν σε μια σύνθεση που, εντέλει, θα ήταν μια φιλελεύθερη παραχώρηση. Και τότε είναι εναλλακτικά δικτατορικές και λιγότερο δικτατορικές. Όλος ο κόσμος φοβάται όλο τον κόσμο, γιατί όλα είναι επισφαλή και προσωρινά, αιώνια προσωρινά, αμετακίνητα προσωρινά. Οι μειοψηφίες μετριούνται ένας προς έναν και οι πλειοψηφίες τρεις προς τρεις (αν και η τάση προς τη σεξουαλική καταπίεση και τις ασβεστωμένες προσόψεις εμποδίζει τα τρία να προοδεύσουν σαν πρωτομορφή συλλογικής ζωής). Η οικονομία αυτών των χωρών μπορεί να χωρέσει σε ένα μόνο βιβλίο των Ντέμπε και Χάμπερ και θα έφτανε ένας εξαδάκτυλος οικονομολόγος για να μπορέσει να φέρει σε πέρας τα λογιστικά του έθνους. Όσον αφορά τον πολιτισμό, καλύτερα να μη μιλήσουμε, ή μάλλον θα μιλήσουμε. Εκεί εγκαθίστανται οι κανόνες μια αγοράς comme il faut και οι επαγγελματίες του πολιτισμού καταπιάνονται με τη δημιουργία εμπορευμάτων. Τα εμπορεύματα αυτά χωρίζονται βασικά σε δύο είδη, που αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικές κατατάξεις: άρθρα για εγκυκλοπαιδικά λεξικά και μαθήματα για εφήβους που κάνουν επαναλήψεις. Κατ’ εξαίρεση, σε μερικούς διανοούμενους με χρόνια επαγγελματικής σταδιοδρομίας τούς τυχαίνει να παρεισφρήσουν διά της φωτογραφίας τους σε ορισμένα έργα από σατινέ χαρτί όπου εμφανίζονται μαύρες με τα βυζιά τους και η γιγαντιαία γέφυρα του Μπιλμπάο. Άλλη σειρά διανοουμένων με ώρες πτήσεων μπορούν να δώσουν επτά ή οκτώ διαλέξεις σε ταξιδιωτικά μαθήματα Αμερικανών φοιτητών. Οι διαλέξεις αυτές πληρώνονται σε δολάρια.

Και όλα τα υπόλοιπα είναι μιζέρια ή, πράγμα που είναι χειρότερο, προμιζέρια ή μεταμιζέρια, οικονομική και πνευματική, και μάταιη φασιστική περιττολογία, φιλελεύθερη και μαρξιστική. Και πρέπει να δει κανείς πώς θεωρούν ως δεδομένη θεσμοποίηση αυτό που είναι αδύνατον να θεσμοποιηθεί, και ως φιλελευθεροποίηση αυτό που δεν είναι δυνατόν να φιλελευθεροποιηθεί, καθώς και τις αντικειμενικές συνθήκες ως ευνοϊκές.

Η μάνα που τους έκανε.»


(Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν
«Εγώ σκότωσα τον Κέννεντυ»
μετάφραση: Αγγελική Ξύδη
Εκδόσεις Μεταίχμιο
σελ. 92-94)

Τρίτη, Μάρτιος 18, 2008

ΡΟΥΤΙΝΑ


Θα μας καταπιεί η μιζέρια.
Σκουριά στον τσίγκο θα τριφτεί η ζωή μας.
Της ψυχής μας το φως δεν θα το βρει η θάλασσα
και ο αχνός της σκέψης μας δεν θα ενωθεί στο σύννεφο.
Μόνο εν-δυο, την ατζέντα θα σκάβουμε,
ορυχείο πολύβουο με αέρα στυφό και μετάλλευμα σάπιο.
Ήλιο τον ήλιο, σκιά τη σκιά
τη ζωή μας σμιλεύουμε
όλο χαρτοπολτό και όνειρα.


[Οι λέξεις είναι το συναισθηματικό επακόλουθο μιας ημέρας με υπερβολικά πολλή κίνηση.
Η εικόνα είναι από το έργο "Untitled" του Yue Minjun (2005, λάδι σε καμβά), το οποίο εκτίθεται στη Saatchi Gallery του Λονδίνου. Περισσότερα έργα του ίδιου καλλιτέχνη εδώ.]

Δευτέρα, Ιανουάριος 28, 2008

ΣΑΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΣΕ ΞΕΝΑ ΧΕΡΙΑ



Έρχονται ώρες που τι να σου κάνουν πια και τα χαμόγε-
λα,
πέφτουν ένα ένα σαν τα εφτά πέπλα της Σαλώμης,
και στο τέλος απομένεις γυμνός, και τότε αρχίζουν όλα να
κραυγάζουν·
τα μάτια κραυγάζουν: εμείς είμαστε που ρουφήξαμε τόση
ομορφιά,
τα χέρια κραυγάζουν: εμείς είμαστε που συντελέσαμε στην
υποταγή,
το σώμα κραυγάζει: εγώ είμαι που συσπάστηκα στην
κτηνωδία του καλοκαιριού,
οι στίχοι διαλαλούν τα μυστικά μας,
γίναμε πια σαν ιδιωτικό ημερολόγιο σε ξένα χέρια.

Έτσι είναι, δεν ωφελούν πια τα χαμόγελα, όσο κι αν είναι
ανοιχτόκαρδα,
ούτε ωφελεί να κρατάς το στόμα κλειστό όταν όλα κραυ-
γάζουν·
και τι να την κάνεις τη διπλομανταλωμένη αξιοπρέπεια
της σιωπής
τώρα που όλοι ξέρουν ποιους ικετέψαμε, σε ποιες αγκαλιές
συσπειρωθήκαμε
κι είναι το πρόσωπό μας σα νταμάρι ρημαγμένο
κι είμαστε σαν ψημένα κάστανα που εύκολα τα ξεφλουδί-
ζει κανείς.

(Ντίνος Χριστιανόπουλος
"Ρημαγμένο νταμάρι"
Από τη συλλογή "Ανυπεράσπιστος Καημός"

"Ποιήματα"
Ιανός
Θεσσαλονίκη 2004)

[Το artwork της φωτογραφίας είναι του 3D των Massive Attack για το καινούργιο άλμπουμ των UNKLE]


Κυριακή, Αύγουστος 19, 2007

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΕ ΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ

ΜΙΑ ΜΕΡΑ
όχι απλώς φιλιώθηκε με τη σκιά του, μα την αγάπησε στ' αλήθεια. Έκτοτε πρόσεχε να τη σέρνει συνεχώς πίσω του, τρέμοντας μη τυχόν σκοντάψει πάνω της ή μη την ποδοπατήσει. Κι έτσι τον έβλεπες να στέκεται απότομα σε κάθε αλλαγή διεύθυνσης του φωτός ή να περπατά κοφτά, στις μύτες των ποδιών
του, υψώνοντας τα γόνατα σχεδόν ως το στήθος (θέαμα αλλόκοτο -σχεδόν θεατρικό).

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ
σκάλισε κατάχαμα μια κόγχη ακριβώς σαν το περίγραμμά του. Ξάπλωσε μπρούμυτα στο φρέσκο χώμα και, εφαρμόζοντας μια τεχνική πρωτόγνωρη (και, καταπώς φαίνεται, καλά προετοιμασμένη), ήδη με το πρώτο φως αγκάλιασε τη σκιά του και έκτοτε ενώθηκε μαζί της.

(στη φωτογραφία το έργο La branche (1956-1962) του υπέροχου Marc Chagall.


Τετάρτη, Απρίλιος 25, 2007

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΣΤΕΡΗΣ ΧΩΡΟΧΡΟΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΠΤΩΣΗΣ


Αρχικά επικράτησε αμηχανία ∙ έπειτα πανικός. Κανείς δεν είχε βιώσει κάτι ανάλογο. Καμία εγκυκλοπαίδεια δεν έδινε εξηγήσεις. Καμία αστρολογική πρόβλεψη δεν το στρίμωξε ανάμεσα στα ερωτικά και τα επαγγελματικά. Στις ειδήσεις οι συνήθως λαλίστατοι ξερόλες δημοσιογράφοι έστεκαν σα χάνοι.

Οι επιστήμονες από την άλλη δεν φάνηκε να εντυπωσιάζονται, ούτε να εκπλήσσονται ιδιαίτερα. Άλλωστε, είχαν ήδη προηγηθεί σαφέστατες ενδείξεις της επερχόμενης καταστροφής: ο διασταυρούμενος μακροαστρικός συντονισμός ένα χρόνο πριν και (κυρίως) οι τοξοενεργειακές ταλαντώσεις μόλις πριν από μία εβδομάδα προδιέγραφαν ξεκάθαρα τα μελλούμενα.

Η αιτία ήταν απλή: η φύση ως βιοτικό σύστημα διατηρούσε σταθερή τη συνολική της κατάσταση χάρη στην απρόβλεπτη, χαοτική διάδραση των συνιστωσών δυνάμεών της. Με άλλα λόγια, επιτύγχανε την ολική της τάξη χάρη στη δομική της αταξία. Οι επιστήμονες προειδοποιούσαν ότι η ολοένα και αυξανόμενη τα τελευταία χρόνια προβλεψιμότητα και μονοτονία στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα διατάρασσε την ομαλή ροή του χρόνου (ή μάλλον, ακριβέστερα, της ανθρώπινης αντίληψης του χρόνου). Η καθημερινή επανάληψη των ίδιων ακριβώς πράξεων, την ίδια ακριβώς στιγμή της ημέρας θα μπορούσε να εκτρέψει το χρόνο από το προαιώνιο κέντρο βάρους του.

Ήδη μόλις πριν από τέσσερις ημέρες η ευστάθεια του συστήματος απειλήθηκε σοβαρά όταν επαναλήφθηκαν για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα οι ίδιες ακριβώς κινήσεις, σκέψεις και συναισθήματα την ίδια ακριβώς στιγμή από κάθε άνθρωπο στη γη. Όμως, την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή η καταστροφή αποσοβήθηκε όταν ένας γέρος ψαράς στα νησιά Σαμόα, αφού ξύπνησε ακριβώς την ίδια ώρα και αφού ετοίμασε τη βάρκα του ακριβώς όπως και την προηγούμενη ημέρα, ταξίδεψε ως την ατόλη από την ίδια διαδρομή με την ίδια ταχύτητα, ωστόσο, λίγο προτού ρίξει τα δίχτυα του στο ίδιο ακριβώς σημείο, για κάποιο άγνωστο λόγο κοντοστάθηκε παρατηρώντας το χρώμα του ήλιου την αυγή και έτσι, άθελά του, απέτρεψε προσωρινά το μοιραίο.

Προχθές, όμως, ούτε αυτός, ούτε οποιοσδήποτε άλλος στη γη έπραξε, σκέφτηκε, είπε, έγραψε, ένιωσε οτιδήποτε διαφορετικό σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα. Σαν ένα άριστα συγχρονισμένο πολυάριθμο μπαλέτο η ανθρωπότητα ακολούθησε για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα το ίδιο ακριβώς πρόγραμμα, την ίδια απαράλλαχτη ρουτίνα.

Η απόλυτη πανανθρώπινη μονοτονία –φαινόμενο πρωτόγνωρο όσο και ανοίκειο με δεδομένη την απολύτως απείθαρχη διαγωγή της ανθρωπότητας ως τις μέρες μας- διέλυσε μονομιάς συθέμελα τη συμπαντική χρονική τάξη. Για την ακρίβεια, η δημιουργία ενός στιγμιαίου χωροχρονικού ασυνεχούς ήταν αρκετή προκειμένου να κλονίσει τον ανθρώπινο χρόνο και να μετατοπίσει ελαφρώς το αισθητηριακό κέντρο βάρους του. Το αποτέλεσμα ήταν η απώλεια συγχρονισμού μεταξύ της ζώσας πραγματικότητας και της αίσθησης του χρόνου. Οποιαδήποτε μεταβολή στον εξωτερικό ή εσωτερικό κόσμο μεταδίδεται και προσλαμβάνεται κανονικά από τα ανθρώπινα αισθητήρια όργανα, ωστόσο η χρονική αντίληψη της πραγματικότητας λαμβάνει χώρα ελάχιστο χρονικό διάστημα αργότερα. Η «κατάσταση ύστερης χωροχρονικής μετάπτωσης», όπως ονομάστηκε, δίνει την αίσθηση ενός συνεχούς déjà vu, κατά το οποίο πρώτα διαισθάνεσαι ή με κάποιο τρόπο διαγιγνώσκεις τα πράγματα και λίγο μετά τα βλέπεις, τα ακούς και γενικότερα τα αντιλαμβάνεσαι με τα αισθητήρια όργανά σου να συμβαίνουν. Είναι περίπου όπως όταν παρακολουθείς μια ταινία ή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα κατά τη μετάδοση των οποίων υπάρχει τεχνική βλάβη, με αποτέλεσμα να βλέπεις πρώτα την εικόνα και σε λίγο να φθάνει ο ήχος. Το τόπι στροβιλίζεται στα δίχτυα, οι παίκτες πανηγυρίζουν στο σημαιάκι του κόρνερ και ο εκφωνητής ακούγεται ενθουσιασμένος να αναφωνεί «γκοοοοοολ!». Σιγά το νέο.

Όντως, η ζωή έγινε έκτοτε απίστευτα βαρετή. Νιώθεις ότι θα τρακάρεις και ακούς το μπαμ, προαισθάνεσαι μια πανέμορφη γυναίκα να μπαίνει στο μπαρ και τη βλέπεις να ξεπροβάλλει, ενθουσιάζεσαι από την υπέροχη γεύση του φαγητού και σε λίγο η μπουκιά μπαίνει στο στόμα σου. Ζωή χωρίς αισθητικό συντονισμό ∙ απολαύσεις σε δόσεις.

Σύντομα, ωστόσο, έγινε αντιληπτό πως για λόγο που κανείς δεν μπορούσε πειστικά να εξηγήσει μονάχα τρία πράγματα διατήρησαν απολύτως τον κοσμικό συγχρονισμό τους: το γέλιο των παιδιών, το κλάμα των τρελών και οι λέξεις αγάπης των πραγματικά ερωτευμένων. Ήταν τα μόνα πράγματα που γίνονταν αντιληπτά ακριβώς την ίδια στιγμή που συνέβαιναν ∙ ακριβώς όπως παλιά. Ο καθένας φυσικά έσπευσε να δώσει τη δική του, συμβατή με τον κόσμο του ερμηνεία. Οι φιλόσοφοι έκριναν πως πρόκειται για εκφάνσεις της άχρονης αλήθειας, οι θεολόγοι πως πρόκειται για αντανακλάσεις της απόλυτης (θεϊκής) αθωότητας, οι καλλιτέχνες πως πρόκειται για εκδηλώσεις συμπαντικής ομορφιάς, έμφυτα άσπιλες από το χώρο και το χρόνο.

Το επόμενο απόγευμα ένιωσα το τηλέφωνο να χτυπάει και σε λίγο η φωνή της με προσκαλούσε για φαγητό στο αγαπημένο μας εστιατόριο και η δική μου απαντούσε καταφατικά και έστελνε φιλιά. Όσο έτρωγα δεν χόρταινα να την κοιτάω. Παρά την πάροδο αρκετά μακρού χρονικού διαστήματος που τη σύστηνα ως «από εδώ η κοπέλα μου» και ενός σύντομου (αποτυχημένου) πειράματος κατά το οποίο τα ονόματά μας στριμώχθηκαν στο ίδιο κουδούνι, κάθε φορά που την αντίκριζα εξακολουθούσε να με καταλαμβάνει το ίδιο ανάμικτο συναίσθημα θαυμασμού και ερωτικού πόθου, ακριβώς όπως και όταν την πρωτογνώρισα Έχει υπέροχη, βαθιά φωνή (που αν τρωγόταν θα ήταν μέλι και αν πετούσε θα ήταν σύννεφο του Οκτώβρη). Έχει υπέροχα, πράσινα μάτια (που αν ακούγονταν θα ήταν κύμα και αν σκαλίζονταν θα ήταν μάρμαρο). Έχει υπέροχα, σαρκώδη χείλη (που αν μύριζαν θα ήταν φρεσκοψημένο ψωμί και αν έσταζαν θα ήταν ρετσίνι). Έχει υπέροχο, μαυρισμένο δέρμα (που αν υφαινόταν θα ήταν βελούδο και αν μοσχοβολούσε στα παζάρια θα ήταν κανέλα).

Αφού κατάπιαμε και την τελευταία μπουκιά φαγητού και στραγγίσαμε και την τελευταία σταγόνα κρασιού που πριν από λίγο είχαμε γευθεί, μου αποκάλυψε με ύφος σοβαρό αλλά μειλίχιο πως οι πρόσφατες εξελίξεις έθρεψαν μέσα της ξενιστές των σκέψεων και των συναισθημάτων της, τους οποίους, όπως κατάλαβε, φιλοξενούσε καιρό, πως πλέον συνειδητοποίησε για μας αλήθειες που προηγουμένως δεν τολμούσε να ομολογήσει, πως πια άλλαξε προτεραιότητες στη ζωή της, πως ήδη έστρωσε τους θυμικούς της χάρτες σε χώρες εύκρατες με ήλιους, λιβάδια, σπιτάκια και παιδιά, πως το αγκάλιασμα των δεικτών κοντά στα μεσάνυχτα του κοσμικού τέλους στρίμωξε τα «θέλω» της σε άλλες αφετηρίες. «Σ’ αγαπώ όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Θέλω να ζήσουμε για πάντα μαζί», μου ψιθύρισε κοφτά μετά από μια σύντομη παύση και απόλαυσα τη φωνή της κρυστάλλινη να πάλλεται ταυτόχρονα με την κίνηση των χειλιών της, χωρίς καμία χρονική καθυστέρηση. «Κι εγώ», της ψέλλισα. Μα όταν το άκουσε ήταν ήδη αργά.

(Η φωτογραφία είναι του πολύ καλού djdeeprub, διαθέσιμη στον flickr)


Σάββατο, Μάρτιος 17, 2007

ΚΡΥΜΜΕΝΑ

Aπ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα
να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.
Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε
τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.

Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με

πολλές φορές που πήγαινα να πω.

Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις

και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα —

από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.

Aλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί

τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.

Κατόπι — στην τελειοτέρα κοινωνία —
κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα
βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει.

Κ.Π. Καβάφης
"Κρυμμένα"
Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993


(Πέρασε κιόλας ένας χρόνος που κάποια KB λέξεων και εικόνων φιλοξενούνται σε αυτό το μπλογκ...)

Οι φωτογραφίες είναι από τα έργα του
René Magritte:
La condition humaine, 1933 (λάδι σε καμβά) και
Dangerous liaisons, 1926
(λάδι σε καμβά)

Σάββατο, Ιανουάριος 20, 2007

ΑΣΥΜΠΤΩΤΕΣ ΤΡΟΧΙΕΣ


Η άφιξη του μηνύματος στο κινητό του ήχησε με εκείνο τον παράξενο τρόπο με τον οποίο ηχούν οι αφίξεις των μηνυμάτων στα κινητά όταν κάτι σπουδαίο πρόκειται να συμβεί και τον οποίο σχεδόν κανένας ποτέ δεν παρατηρεί.

Η πρόσκληση ήταν για ωραίο μέρος, σε ωραία ώρα, με ωραία παρέα, τη λάθος στιγμή. Για διάφορους λόγους η διάθεσή του θύμιζε ηλιοτρόπιο στο γέρμα του ήλιου (αν όχι στο βάζο μετά την τρίτη εβδομάδα με το ίδιο νερό). Ωστόσο, το θεώρησε καλό οιωνό, ευκαιρία να ξεχάσει, να ξεφύγει, να ξεκουνηθεί.

Η κλήση στο τηλέφωνό της
ήχησε με εκείνο τον παράξενο τρόπο με τον οποίο ηχούν οι κλήσεις στα τηλέφωνα όταν κάτι σπουδαίο πρόκειται να συμβεί και τον οποίο σχεδόν κανένας ποτέ δεν παρατηρεί.

Η πρόσκληση ήταν για όχι τόσο ωραίο μέρος, σε ωραία ώρα, με αδιάφορη παρέα, τη σωστή στιγμή. Για διάφορους λόγους η διάθεσή της θύμιζε ξέγνοιαστο καλοκαιρινό αεράκι (αν όχι κύμα γαλήνιο που ξεπλένει τις σκέψεις). Ωστόσο, το θεώρησε υπερβολή μετά από τόσες ώρες στη δουλειά και στο πανεπιστήμιο να ξαναφύγει απ' το σπίτι, να μην πέσει να ξεκουραστεί.

Τελικά, αυτή αποφάσισε να πάει.

(Αν είχε πάει και αυτός, θα είχε καθίσει στη θέση πίσω της, με κάποια αφορμή θα είχαν μιλήσει, θα είχαν συστηθεί, θα είχαν βρει κοινούς γνωστούς. Θα είχαν νιώσει έλξη ο ένας για τον άλλο, θα είχαν γελάσει με τα αστεία του, θα είχαν διηγηθεί ιστορίες. Θα αντάλλασσαν τηλέφωνα, θα ξαναέδιναν ραντεβού, θα τα έφτιαχναν. Θα έκαναν καλό σεξ, θα μάλωναν συχνά, θα πήγαιναν ταξίδια, θα έβλεπαν πολύ σινεμά, θα γράφονταν στην ομάδα φωτογραφίας, θα γνώριζαν τους φίλους του άλλου, θα μάθαιναν τα οικογενειακά του, θα του αγόραζαν δώρα. Θα τον απατούσε τρεις φορές, θα την έπιανε τη μία, θα του ορκιζόταν πως δεν ξανασυνέβη, θα τη συγχωρούσε. Θα το μετάνιωνε δυο φορές, θα της το έλεγε δέκα, δεν θα το ξεχνούσε ποτέ. Θα βρίζονταν και θα θύμωναν, θα έκλαιγαν και θα φιλιόντουσαν, θα έβλεπαν αγκαλιά
στην παραλία την αυγή. Θα χώριζαν όταν πια κάποιος τους θα είχε βαρεθεί, θα ξαναβρίσκονταν αραιά και πού, θα ζήλευε πολύ όταν θα την πρωτόβλεπε έξω με άλλον, θα τον νοσταλγούσε όταν θα τον έβλεπε στις παλιές φωτογραφίες. Θα την αποκαλούσε "πρώην μου" και θα μιλούσε στους φίλους του γι' αυτή φιλοσοφώντας για τη δέσμευση της σχέσης. Θα της τον θύμιζαν ανύποπτα το αγαπημένο της μπλουζάκι και το αστείο ζωάκι-μπρελόκ που θα της είχε κάνει δώρο κάποτε, τυλιγμένα σε χαμόγελα.)

Τελικά, αυτός αποφάσισε να μην πάει. Είπε να δει μία ταινία στο σπίτι. Αποκοιμήθηκε πριν τελειώσει.


(Οι φωτογραφίες είναι από έργα του υπέροχου Roy Lichtenstein, φυσικά)

Τρίτη, Ιανουάριος 09, 2007

ΦΡΙΚΗ


ΕΔΕΣΣΑ (του αντ-υποκριτή μας). Συγκλονισμένη η κοινή γνώμη της χώρας μας παρακολουθεί την αποκάλυψη ότι 25χρονος τηλεοπτικός δέκτης βίαζε κατ' εξακολούθηση επί τουλάχιστον πέντε χρόνια δύο ανήλικα παιδάκια από την Έδεσσα μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας που διέρρευσαν, ο δράστης παρέσυρε τα ανυποψίαστα θύματά του σε άσεμνες πράξεις, προσφέροντάς τους φανταχτερές εικόνες, καθηλωτική βία, ανόητα σήριαλ και λαϊκοπόπ σκυλοτράγουδα πασπαλισμένα με λακ και χρυσόσκονη --γλυκίσματα που, ως γνωστόν, ξετρελαίνουν τα μικρά παιδιά. Εκφράζονται φόβοι πως και άλλα παιδιά υπέστησαν ανάλογες αθλιότητες από τον ίδιο δράστη, ωστόσο εκτιμάται πως το "πέπλο σιωπής", που ευδοκιμεί στα επαρχιακά κλίματα με αργιλώδες έδαφος, δυσχεραίνει την αποκάλυψη της οδυνηρής αλήθειας.

Το πανελλήνιο αίσθημα αποτροπιασμού επιτάθηκε από την φρικτή αποκάλυψη πως, παρότι οι γονείς των παιδιών γνώριζαν από καιρό τις απαίσιες ασελγείς πράξεις του δράστη σε βάρος της ψυχικής ηρεμίας, της πνευματικής καλλιέργειας και κυρίως της αισθητικής των παιδιών τους, συνέχισαν να τις ανέχονται ζητώντας ως μόνο αντάλλαγμα κάποιες στιγμές χαλάρωσης μετά τη δουλειά και ησυχίας στο σπίτι, χωρίς ποδοβολητά, φωνές και καυγάδες. Οι γείτονες της οικογένειας δήλωσαν έκπληκτοι για το απίστευτο δράμα που εξελισσόταν εν αγνοία τους δίπλα στην πόρτα τους. Μάλιστα, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, που γνώριζαν τους γονείς των θυμάτων από όταν ήταν
ακόμη παιδιά, δήλωσαν πως θυμούνται καθαρά τους γονείς τους να τα μεγαλώνουν διαβάζοντάς τους παραμύθια, βγάζοντάς τα βόλτα στο πάρκο και πηγαίνοντας μαζί τους βόλτες με τα ποδήλατα.

(Η φωτογραφία είναι του dElay, διαθέσιμη στον flickr)

Πέμπτη, Ιανουάριος 04, 2007

ABOUT A GIRL


Μήτε σε απέκτησα, μήτε θα σε αποκτήσω
ποτέ, θαρρώ. Μερικά λόγια, ένα πλησίασμα
όπως στο μπαρ προχθές, και τίποτε άλλο.
Είναι, δεν λέγω, λύπη. Aλλά εμείς της Τέχνης
κάποτε μ’ έντασι του νου, και βέβαια μόνο
για λίγην ώρα, δημιουργούμεν ηδονήν
η οποία σχεδόν σαν υλική φαντάζει.
Έτσι στο μπαρ προχθές —βοηθώντας κιόλας
πολύ ο ευσπλαχνικός αλκολισμός—
είχα μισή ώρα τέλεια ερωτική.
Και το κατάλαβες με φαίνεται,
κ’ έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες.
Ήταν πολλή ανάγκη αυτό. Γιατί
μ’ όλην την φαντασία, και με το μάγο οινόπνευμα,
χρειάζονταν να βλέπω και τα χείλη σου,
χρειάζονταν να ’ναι το σώμα σου κοντά.


Κ.Π. Καβάφης
Μισή Ώρα
Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993

(Απλώς αριστούργημα.
Η φωτογραφία είναι του Maciel Goelzer, διαθέσιμη στον flickr)

Σάββατο, Δεκέμβριος 02, 2006

ΣΕΒΙΛΛΗ - ΓΡΑΝΑΔΑ, ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Σεβίλλη - Γρανάδα, απόγευμα Αυγούστου. ()))))ΤΟΥΝΕΛ((((() Το τρένο γλιστράει στις ράγες με ταχύτητα 162 χλμ/ώρα, όπως με ενημερώνει ο φωτεινός πίνακας που προβάλλει μέσα στο βαγόνι πληροφορίες για το ταξίδι. Έξω τοπία με αμπέλια, ελιές και οπωροφόρα. ())))))Τ Ο Υ Ν Ε Λ(((((() Τ' αυτιά μου χαϊδεύει το Versions των Thievery Corporation. Οι ήχοι ορμάνε έξω από το mp3 player σαν τζίνι στοιβαγμένο για καιρό στη θήκη του, που επιτέλους λευτερώθηκε, έτοιμο να τέρψει τον αφέντη. Κυνηγοί με όπλα και σκυλιά παραμονεύουν στα περιβόλια και λίγο πιο κάτω δυο λαγοί τρέχουν να σωθούν (με το βλέμμα σου αόρατο συνοδοιπόρο και τις ευχές σου ανήμπορο σύμμαχο) απ' τον ασφυκτικά μοιραίο κλειό μιας αλυσίδας που τους θέλησε κάπου στη μέση. ()))))TOYNEΛ((((() Χωριά με σπιτάκια άσπρα, τυπικά της Ανδαλουσίας, σαν από ταινία, με καμιά φάμπρικα μικρή στις παρυφές τους. ()))))Τ Ο Υ Ν Ε Λ((((() Εξαντλώ τους νόμους των πιθανοτήτων, καθώς στο κενό κάθισμα πλάι μου εναλλάσσονται κατά τη διάρκεια της διαδρομής δύο πανέμορφα κορίτσια. Προσπαθώ -μάταια- να τους πιάσω κουβέντα. Πάω να ψελίσω κάτι και (όπως συνήθως) φρενάρω, είτε αναζητώντας καλύτερη αφορμή είτε πλάθοντας στο μυαλό μου στιχομυθίες με πρωταγωνιστή εμένα κι αυτές, υπό τον περιεκτικό τίτλο "Γελοιοποίηση". ())))))ΤΟΥΝΕΛ(((((() Από την αντανάκλαση στο τζάμι εισβάλλουν ευχάριστα στο πλάνο μου οι γυμνές πατουσίτσες ενός μικρού κοριτσιού μπροστά μου, που πασχίζει τεντώνοντας τα πόδια του να αγγίξει το παράθυρο και να σκοτώσει λίγα λεπτά ανίας. Το τρένο επιβραδύνει αισθητά, καθώς, χωρίς να σταματήσει, διασχίζει το χωριό Maravillas. Προσπερνώντας το μικρό σιδηροδρομικό σταθμό τσαλακώνει τη λεία θερινή ραστώνη μιας παρέας μεσηλίκων που πίνουν ράθυμα καφέ στη σκιερή αυλή. Όλοι ξεπροβοδίζουν με τη ματιά τους το τρένο. Μόνο μια παχουλή κυρία σηκώνεται από την καρέκλα της χαμογελώντας πλατιά και, ανεμίζοντας τη γαλάζια πλαστική μυγοσκοτώστρα που κρατά, χαιρετά το θορυβώδη διαβάτη. "Buen viaje!"())))))ΤΟΥΝΕΛ(((((()
(Η πρώτη φωτογραφία του jason hightower, η δεύτερη του dave gorman -και οι δύο διαθέσιμες στον flickr)

Κυριακή, Νοέμβριος 12, 2006

ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ


"Από το πρωί που έφτασα στο σχολείο κατάλαβα ότι κάτι κακό θα συνέβαινε εκείνη τη μέρα. Στην προσευχή παρατήρησα ότι και οι πέντε είχαμε ένα αντίστοιχο προαίσθημα καρφωμένο στο νυσταγμένο βλέμμα. Την τρίτη ώρα έτυχε και οι πέντε να έχουμε κενό. Ο Φώτης μου έστειλε ένα μήνυμα στο κινητό να τον συναντήσω στις τουαλέτες. Πηγαίναμε εκεί που και που, κυρίως όταν θέλαμε να καπνίσουμε. Όχι, δεν το θεωρώ κακό ή προσβλητικό να καπνίζω δημοσίως στο σχολείο, απλώς δεν νιώθαμε άνετα. Άλλωστε κανείς μας δεν είναι συστηματικός καπνιστής. Ένα στο τόσο, όταν μας έρθει.
(...)
Στην τουαλέτα, εκτός από το Φώτη, βρήκα το Σταύρο, τη Μαρία και τη Δώρα. Είχαν λάβει και αυτοί το ίδιο μήνυμα. Είμαστε κολλητοί. Από την πρώτη μέρα που ήρθαμε σε αυτό το σχολείο (πριν από τρία χρόνια) ταιριάξαμε και κάναμε παρέα. Προηγουμένως όλοι μας είχαμε αλλάξει αρκετά σχολεία. Απροσάρμοστοι. Δεν μας ενέπνεαν οι άνθρωποι, δεν μας 'σήκωνε' το περιβάλλον, τι να πω; Όταν ήρθα εδώ και τους είδα, κατάλαβα ότι με αυτούς τους ανθρώπους ταιριάζω.
(...)
Στην τουαλέτα ο Φώτης αφαίρεσε ένα πλακάκι, πίσω από το οποίο κρύβαμε
συνήθως το πακέτο με τα τσιγάρα, και έβγαλε δύο τσιγάρα χασίς. Όλοι μας, εκτός από τη Μαρία, είχαμε ξαναδοκιμάσει. Εκείνη τη μέρα έκανε και αυτή. Ενώ ήμασταν στη μέση του δεύτερου τσιγάρου, είδα το Φώτη και τη Δώρα να φιλιούνται παθιασμένα στο στόμα. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε εκδηλωθεί ερωτική διάθεση μεταξύ μας. Την κόλλησε στον τοίχο και της έβγαζε τα ρούχα με λύσσα. Ήμασταν πολύ ζαλισμένοι. Ομολογώ πως βρήκα το θέαμα ερεθιστικό. Χωρίς να το συνειδητοποιήσω βρέθηκα να ερωτοτροπώ με τη Μαρία. Σε λίγο μπήκε στο παιχνίδι και ο Σταύρος. Κάναμε έρωτα όλοι μαζί, ανταλλάσσοντας ερωτικούς παρτενέρ. Μόνο άντρες με γυναίκες. Όχι άντρες ή γυναίκες μεταξύ τους. Κάποια στιγμή τα κορίτσια φώναζαν τόσο που σίγουρα θα ακούστηκαν έξω. Μάλλον μαζεύτηκαν παιδιά στην είσοδο και ο διευθυντής ήρθε για να δει τι συμβαίνει. Το μόνο που θυμάμαι είναι πως μούδιασα ολόκληρος όταν τον άκουσα να μας καλεί να βγούμε έξω.
(...)
Όντως αντιλήφθηκα το Σταύρο να βιντεοσκοπεί με το κινητό του τηλέφωνο ένα μέρος των ερωτικών πράξεων. Δεν του ζήτησα να σταματήσει, γιατί δεν με ενόχλησε το γεγονός. Μου είπε ότι το έσβησε το βιντεάκι και τον πιστεύω, γιατί ήδη κάποια κανάλια μας πρόσφεραν 10.000€ για να τους το πουλήσουμε και τους απάντησε ότι δεν το έχει πια.
(...)
Δέχομαι πως αυτό που κάναμε δεν ήταν πρέπον. Έχω μετανιώσει. Ήδη έχω ταπεινωθεί αρκετά. Θεωρώ εύλογο να μου επιβληθεί κάποια πειθαρχική ποινή, αλλά νομίζω πως η ποινή της οριστικής απόλυσης θα ήταν άδικη και υπερβολική. Υπηρετώ ως εκπαιδευτικός στο δημόσιο σχολείο σχεδόν δέκα χρόνια και δεν έχω δώσει ποτέ αφορμή για δυσμενή σχόλια. Τα παιδιά και οι γονείς δήλωναν πάντοτε ευχαριστημένοι από τη δουλειά μου. Δεν θεωρώ ότι αποτελώ αρνητικό παράδειγμα για τους μαθητές, γιατί δεν πιστεύω ότι οι μαθητές αντλούν πρότυπα από το σχολείο. Για να το πω ωμά : χεσμένο το έχουν και το σχολείο και τους καθηγητές. Το ξέρετε καλά αυτό. Ας μην κρυβόμαστε. Τα πρότυπα τούς έρχονται έτοιμα στο σπίτι, παλλόμενα σε συχνότητα κάποιων εκατοντάδων μεγκαχέρτζ. Τους έρχονται από τον μπαμπά που βολεύτηκε στο δημόσιο από το κόμμα, από τη μαμά που λείπει στο κυνήγι της προαγωγής, από τη celebrity που τρέχει στο κυνήγι του προαγωγού.
(...)
Εννοείται ότι δεν θα το ξανάκανα. Σας είπα ήδη ότι το μετάνιωσα. Θα είναι κρίμα να χάσω τη δουλειά μου γι' αυτό. Θα μου καταστρέψετε τη ζωή. Θέλω να κάνω οικογένεια. Παιδιά."

Ο ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ________Ο ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ


ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ


(Η φωτογραφία είναι της apppleyemhungry, διαθέσιμη στον flickr)

Τετάρτη, Νοέμβριος 01, 2006

ΛΙΩΝΟΝΤΑΣ ΜΟΝΟΣ


Ι) Η βροχή ξεκίνησε απολύτως αναπάντεχα. Εντελώς ξαφνικά σύννεφα μαύρα κύκλωσαν έναν καταγάλανο καλοκαιρινό ουρανό, χωρίς κανείς να καταλάβει από πού ήρθαν ή ποιος τα προσκάλεσε.

ΙΙ) Ουσιαστικά επρόκειτο για μια καλοκαιρινή μπόρα.
Καταιγίδα δυνατή, από αυτές που ξεπλένουν τα πάντα, που ξεχυλίζουν τους δρόμους, που αποδεικνύουν πως θα έπρεπε να υπάρχει και άλλη μία ταχύτητα στους υαλοκαθαριστήρες των αυτοκινήτων.

ΙΙΙ) Αυτός, ωστόσο, συνέχισε να περπατά με ρυθμό
κανονικό, αδιατάραχτο, αψηφώντας τη βροχή που όλο και δυνάμωνε, στερεώνοντας το βλέμμα του σε ένα ακαθόριστο σημείο ευθεία μπροστά. Ένιωθε έντονα τις κρύες σταγόνες στο δέρμα του. Τα μαλλιά του είχαν κολλήσει στο κεφάλι, προδίδοντας ταυτόχρονα μια κάποια αραίωση σε αρχικό στάδιο. Νερό έσταζε στο πρόσωπό του. Η μπλούζα του είχε βαρύνει τόσο απ' το νερό, ώστε κρεμόταν σχεδόν ως πάνω απ' τα γόνατά του. Το παντελόνι του κολλούσε στο δέρμα και σε κάθε του βήμα ένιωθε ένα ρυθμικό φλαπ-φλαπ στα παπούτσια του, που είχαν πλημμυρίσει.

IV) Η βροχή δυνάμωσε ακόμα περισσότερο -τόσο που η κυκλοφορία αυτοκινήτων και πεζών ήταν παντελώς αδύνατη. Οι λυσασμένες ριπές του νερού άρχισαν να σχίζουν τα ρούχα του και σε λίγο τα τίναξαν με ορμή στο οδόστρωμα. Αυτός συνέχιζε να βαδίζει, αν και γυμνός.

V) Όμως, η βροχή όλο και δυνάμωνε. Το δέρμα του άρχισε να μαλακώνει και να φουσκώνει. Σε λίγο η σάρκα του έλιωνε. Διαλυόταν σα λάσπη. Χυνόταν γύρω του, όπως σπορπίζει στο χέρι σου μια χούφτα άμμος που βγάζεις απ' το βυθό της θάλασσας. Τελικά έμεινε σκέτη η ψυχή του να βαδίζει ακάθεκτη. Μια ψυχή στιλπνή και κρυστάλλινη, που βυθιζόταν σε μια κουρτίνα από νερό.

VI) Και όσο η βροχή αγρίευε διέκρινες
πια μονάχα δεκάδες φυσαλίδες, που δεν μπορούσες να πεις με σιγουριά αν σχηματίζονταν πάνω του (απ' τις σταγόνες που γλιστρούσαν) ή αν ήταν μέσα του (κουσούρια της κατασκευής). Καταμεσής του δρόμου, συνέχιζε να βαδίζει, ώσπου με αφύσικη ένταση, τόση ώστε ακόμα και το νερό της βροχής να καμπυλώνεται ελαφρώς στο σημείο του στόματός του, φώναξε:

"Βρέξε, ρε πούστη! Βρέξε! Βρέξε όσο θές! Πόσο θα ρίξεις; Εεεεεεεεεεεεεεεεεεε;"

(Η πρώτη φωτογραφία είναι του antimethod, η δεύτερη του y entonces -και οι δύο διαθέσιμες στον flickr.)

Τετάρτη, Σεπτέμβριος 27, 2006

ΜΑΜΑ...


Ενα φρικτό οικογενειακό μυστικό έκρυβε επί δύο ημέρες η μονοκατοικία που βρίσκεται στην παραλία της Αυλίδας. Αποκαλύφθηκε όταν οι αστυνομικοί του τοπικού τμήματος ειδοποιήθηκαν από συγγενείς να σπεύσουν σε βοήθεια. Οπως όμως αποδείχτηκε ήταν ήδη πολύ αργά... Το πρωί του Σαββάτου και έπειτα από έναν έντονο διαπληκτισμό, ο 48χρονος γιος της οικογένειας δολοφόνησε χτυπώντας με ένα κρυστάλλινο βάζο την 71 ετών μητέρα του, μπροστά στα μάτια του παραπληγικού και ανήμπορου να αντιδράσει πατέρα. Ο μητροκτόνος σε κατάσταση σοκ παρέμεινε δύο ολόκληρες ημέρες πλάι στο άψυχο σώμα της νεκρής μητέρας και εντοπίστηκε εκεί από τους αστυνομικούς 48 ώρες μετά. Συγγενείς και κάτοικοι της περιοχής ανέφεραν στην Αστυνομία ότι το τελευταίο διάστημα υπήρχαν συχνοί καυγάδες στην οικογένεια. Αποκάλυψαν, επίσης, ότι ο 48χρονος δράστης είχε πρόσφατα χάσει τη δουλειά του, ενώ πριν από λίγες ημέρες είχε εκδοθεί το δεύτερό του διαζύγιο.



Πάνω, "Duck Duck Goose", Dana Ellyn (acrylic on canvas)
Κάτω, "Hellbound3", Matt Sesow (oil on chipboard)

Κυριακή, Σεπτέμβριος 24, 2006

ΕΞ ΑΡΠΑΓΗΣ ΚΑΙ ΑΚΡΑΣΙΑΣ


Αντιγράφω από το σημερινό φύλλο του ΒΗΜΑτος (σελ. Α35 - στήλη "fax"):

"ΜΑΔΡΙΤΗ. Η ισπανική κυβέρνηση αποφάσισε να σταματήσει την απευθείας κρατική χρηματοδότηση προς την Καθολική Εκκλησία, σε μια προσπάθεια να μειώσει την ισχύ και την επιρροή της στην κοινωνία της χώρας. Το μέτρο έχει τη συναίνεση της ηγεσίας της Εκκλησίας και διαδέχεται την απόφαση του ισπανού πρωθυπουργού Χοσέ Λουίς Ροντρίγεθ Θαπατέρο να σταματήσει η διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα αποζημιώσει την Εκκλησία για την διακοπή της επιδότησης, που έφτασε πέρυσι τα 30 εκατ. ευρώ με την αύξηση του μέγιστου αφορολόγητου ποσού για δωρεές προς αυτή."
Στην Ισπανία η Καθολική Εκκλησία είναι πανίσχυρη, οικονομικά εύρωστη και αρκετά δημοφιλής.

-Το ίδιο και η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα.

Στην Ισπανία η Καθολική Εκκλησία συναίνεσε στην διακοπή της απευθείας κρατικής χρηματοδότησης και άλλων προνομίων της, συνειδητοποιώντας προφανώς πως -τρεις αιώνες μετά τον Διαφωτισμό- ήρθε η ώρα να προσαρμοσθεί προς τις θεμελιώδεις αρχές ενός αστικού κράτους.

-Στην Ελλάδα η Ορθόδοξη Εκκλησία ακόμη δεν παραδέχεται καν τον Διαφωτισμό.

Στην Ισπανία η νέα κυβέρνηση υπό τον Θαπατέρο ,παρά τις όποιες αντιδράσεις ή επιφυλάξεις, έθεσε γρήγορα και αποτελεσματικά σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, με σκοπό να προσαρμόσει τη χώρα του στις σύγχρονες απαιτήσεις.

-Στις Ελλάδα βαφτίζονται "μεταρρυθμίσεις" μέτρα που απαντούν σε ανάγκες του 1950 (δυστυχώς η πρόσληψη χιλιάδων αγροφυλάκων είναι μάλλον το πιο ανώδυνο από αυτά). Οι (μεσοπρόθεσμα πλήρως ανταποδοτικές) δαπάνες για την παιδεία και την έρευνα
κινούνται σε εξοργιστικά χαμηλά επίπεδα, ενώ η συμβολή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο συνολικό ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας θα έπειθε κάποιον πως η Ελλάδα βρίσκεται μακριά από θάλασσα και "βλέπει" ήλιο δέκα μέρες το χρόνο. Τα ποσοστά διείσδυσης
στην οικονομία και διάδοσης στον γενικό πληθυσμό των γρήγορων δικτύων και των νέων τεχνολογιών στρογγυλοκάθονται στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των αναπτυγμένων (και πολλών αναπτυσσόμενων) χωρών, την οικονομία "τρέχουν" οι (χωρίς κανένα πολεοδομικό σχεδιασμό) νέες οικοδομές, οι καφετέριες και οι τράπεζες με την ληστρικά υψηλή (και ελάχιστα παραγωγική) κερδοφορία, η εκκλησία συγκυβερνά και ορκίζει ανώτατους δικαστές, ο δημόσιος τομέας συνεχώς διογκώνεται, ενώ τα κρατικά κανάλια "επενδύουν" δεκάδες εκατομμύρια ευρώ στην τηλεοπτική μετάδοση ποδοσφαιρικών αγώνων που είναι εξίσου βαρετοί με την μαγνητοσκοπημένη εκπομπή του κ. Πόλυ στο TV ΤΙΜΕ, ο οποίος πουλάει καθαριστές πατάτας και λοιπά gadget, αλλά τουλάχιστον αυτός έχει πλάκα και μας βγαίνει τσάμπα.

Por donde saldra el sol?, που λέει και ο Manu.


Επάνω, "Hobby horse", της Dana Ellyn (oil on masonite)
Κάτω, αμέριμνοι νεοέλληνες απολαμβάνουν το μπάνιο τους στην (βαλτωμένη) ελληνική πραγματικότητα

Σάββατο, Σεπτέμβριος 23, 2006

ΜΗ ΜΕ ΛΗΣΜΟΝΕΙ


Το 1965 έρχεται για πρώτη φορά στην Αθήνα, για να σπουδάσει νομικά. Σύντομα αναπτύσσει έντονη συνδικαλιστική δράση και γίνεται ευρύτερα γνωστός μεταξύ των φοιτητών (αλλά και των ασφαλιτών). Με την επικράτηση της 'Επαναστάσεως' στη χώρα, του διαμηνύουν να φύγει το συντομότερο δυνατό.

Το φθινόπωρο του 1967 τον βρίσκει στο Παρίσι όπου συνεχίζει τις σπουδές του. Ήδη από τα πρώτα εξάμηνα εκεί συμφοιτητές και καθηγητές αναγνωρίζουν στο πρόσωπό του ένα "παιδί-θαύμα". Η επίδοσή του στα μαθήματα είναι πραγματικά εντυπωσιακή, ενώ σύντομα μελέτες του δημοσιεύονται στα πιο έγκυρα νομικά περιοδικά της Γαλλίας. Τον Μάη του '68 πρωτοστατεί στις φοιτητικές εξεγέρσεις. Στην περίφημη φωτογραφία της γενικής συνέλευσης στο κεντρικό αμφιθεατρο της Σορβόννης απεικονίζεται να πλαισιώνει, μαζί με τον
Cohn-Bendit, τον Sartre στο βήμα του ομιλητή.

To 1969 φεύγει για τις Ηνωμένες Πολιτείες, φιλοξενούμενος ενός αμερικανού συμφοιτητή και φίλου του. Συμμετέχει στο φεστιβάλ του Woodstock, ταξιδεύει πολύ, διαβάζει και γνωρίζει σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους της εποχής. Την άνοιξη του '71 επιστρέφει στο Παρίσι, προκειμένου να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Εκεί συνδέεται με δεσμούς στενής φιλίας με τον Jim Morrison, ο οποίος την ίδια περίοδο έχει αφήσει τις Η.Π.Α. για τη γαλλική πρωτεύουσα. Συχνάζουν στο Cafe de Flore και στο Rock'n'Roll Circus. Επισκέπτεται σχεδόν καθημερινά το σπίτι στον αριθμό 17 της οδού Beautreillis, όπου περνούν ατελείωτες ώρες συζητώντας ή γράφοντας. Το τηλέφωνό του είναι ένα από αυτά στα οποία στις 3 Ιουλίου του '71 θα αντηχήσει η στριγγή φωνή της Pamela, που σε απόγνωση τον καλεί να πάει επειγόντως στο σπίτι, ώστε τελικά πίσω από τη σπασμένη πόρτα του μπάνιου να αντικρίσει τον Jim νεκρό.

Λίγους μήνες μετά επιστρέφει στις Η.Π.Α., όπου αφοσιώνεται στην επιστήμη του. Μεταπτυχιακό στο N.Y.U., διδακτορικό στο Berkeley, σπουδαίο συγγραφικό έργο και ακαδημαϊκή καριέρα στο Harvard, την οποία σύντομα εγκαταλείπει, μην αντέχοντας τον ακαδημαϊσμό και τον αφόρητο ανταγωνισμό που συνάντησε. Επιστρέφει στη Νέα Υόρκη, όπου ασχολείται κυρίως με τη συγγραφή νομικών δοκιμίων, αλλά καταπιάνεται λίγο και με την τέχνη. Συχνάζει σε στέκια καλλιτεχνών και οι παρέες του περιλαμβάνουν μερικούς από τους επιφανέστερους ανθρώπους της τέχνης. Κάποιοι από τους διασημότερους ζωγράφους, μουσικούς, αρχιτέκτονες, λογοτέχνες και σκηνοθέτες της εποχής θα παραδεχθούν δημοσίως την επίδραση που άσκησε ο συγχρωτισμός μαζί του στο έργο τους.

Σταδιακά αρχίζει να απομονώνεται. Γίνεται λιγομίλητος και εσωστρεφής. Παντρεύεται μια νεαρή άσημη αμερικανίδα φωτογράφο και αποκτά μαζί της παιδιά. Η οικονομική του κατάσταση -που ποτέ άλλωστε δεν υπήρξε ανθηρή- πάει από το κακό στο χειρότερο. Αρνείται πεισματικά να εργασθεί σε μεγάλη εταιρία, ενώ ήδη από παλιά είχε ξεγράψει το πανεπιστήμιο ως πεδίο επαγγελματικής αποκατάστασης. Τελικά εγκαθίσταται στη μικρή επαρχιακή πόλη καταγωγής της γυναίκας του, όπου απασχολείται ως μεταφραστής. Εκεί παραμένει επί αρκετά χρόνια.

Σε κάποια από τις πρόσφατες επισκέψεις του στην Ελλάδα συναντά παλιούς του φίλους και συμφοιτητές. Πολλοί από αυτούς ασχολούνται ενεργά με την πολιτική -ορισμένοι έχουν αναλάβει και υπουργικό χαρτοφυλάκιο. Του προτείνουν να επιστρέψει στην Ελλάδα σε υψηλόβαθμη θέση του δημόσιου τομέα. Το όνομά του στην πατρίδα παραμένει θρυλικό. Την πρώτη φορά αρνείται. Όπως και τη δεύτερη. Επειδή, όμως, ως γνωστόν, δύο αρνήσεις ισοδυναμούν με μία κατάφαση, στην τρίτη πρόταση απαντά θετικά. Μετακομίζει στην Αθήνα και αναλαμβάνει καθήκοντα σε νευραλγικό πόστο.

Δύο χρόνια αργότερα, τα σε βάρος του στοιχεία δύσκολα πια επιδέχονταν αμφισβήτησης. Είχε δεχθεί -έναντι προσθήκης στον τραπεζικό του λογαριασμό αρκετών ψηφίων- να συμπράξει
ως εκπρόσωπος του ελληνικού δημοσίου στην κατάρτιση σκανδαλώδους σύμβασης προμήθειας με πολυεθνικό όμιλο επιχειρήσεων.

Όταν πήγαν να τον συλλάβουν, τον βρήκαν ξαπλωμένο δίπλα στην πισίνα της νεόδμητης βίλας του να διαβάζει τη Liberation και να κρατά σημειώσεις. Ενώπιον του Εισαγγελέα, όπου οδηγήθηκε για να απολογηθεί, εμφανίσθηκε χωρίς δικηγόρο και κατέθεσε μόνο μία λευκή κόλλα χαρτί στην οποία ιδιοχείρως, χρησιμοποιώντας το ίδιο πενάκι που
του είχε στείλει ως δώρο η μάνα του τα πρώτα Χριστούγεννα που περνούσε μόνος του στο Παρίσι, έγραψε:

"Δεν αξίζω κι εγώ ένα σπίτι της προκοπής;"

(Στη φωτογραφία, "Medic", του Matt Sesow, acrylic/mixed on bristol paper)

Σάββατο, Σεπτέμβριος 02, 2006

ΠΩΛΕΙΤΑΙ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΨΥΧΗ


ΠΩΛΕΙΤΑΙ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΨΥΧΗ.
ΧΥΜΑ ΚΑΙ ΕΜΦΙΑΛΩΜΕΝΗ. ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΑ ΚΑΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΜΟΝΤΕΛΑ.
ΙΔΑΝΙΚΗ ΓΙΑ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΩΝ, ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΕΜΠΟΔΙΩΝ, ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΕΧΘΡΩΝ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, ΕΠΟΠΟΙΙΕΣ, ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΕΣ, ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΕΙΣ, ΗΡΩΙΣΜΟΥΣ.

ΑΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΘΕΙ ΜΑΖΙ ΜΕ ΠΑΤΡΟΠΑΡΑΔΟΤΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΑΓΚΙΑ, ΠΑΡΑΓΕΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΟ ΦΡΑΠΕ, ΑΝΕΡΓΙΑ, ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ, ΚΑΙΕΙ ΣΗΜΑΙΕΣ, ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΑΝΥΠΟΨΙΑΣΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ, ΚΛΕΒΕΙ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΣΤΗΝ ΟΥΡΑ, ΚΑΤΑΠΑΤΑ - ΚΑΙΕΙ ΔΑΣΗ ΚΑΙ ΞΕΚΛΗΡΙΖΕΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ.
ΑΝ ΣΥΝΔΥΑΣΤΕΙ ΜΕ ΤΑ ΙΕΡΑ, ΤΑ ΟΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΥΣΟΠΟΙΚΙΛΤΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΚΑΙΕΙ ΒΙΒΛΙΑ, ΣΠΑΕΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ, ΛΕΕΙ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΕΙ ΜΙΑ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΦΛΕΒΙΤΙΔΑ, ΚΙΡΣΟΥΣ ΚΑΙ ΡΑΓΑΔΕΣ.
ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΔΕΚΤΗ ΣΕ ΜΕΤΡΗΤΑ, ΨΗΦΟΥΣ, ΤΗΛΕΘΕΑΣΗ Ή ΚΕΡΑΚΙΑ.
ΠΡΟΣΟΧΗ! ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΑΠΟΜΙΜΗΣΕΙΣ (ΟΠΩΣ Η ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΨΥΧΗ ΠΟΥ ΔΗΘΕΝ ΚΕΡΔΙΖΕΙ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΗΜΙΤΕΛΙΚΟ ΜΕ ΕΝΑ ΠΟΝΤΟ ΔΙΑΦΟΡΑ, Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΨΥΧΗ ΠΟΥ ΤΑΧΑ ΥΠΕΡΚΑΛΥΠΤΕΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΟΝΤΩΝ Ή ΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΠΟΥ ΥΠΟΤΙΘΕΤΑΙ ΟΤΙ ΑΝΤΕΠΙΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΟ ΧΑΛΚΙΝΟ ΜΕΤΑΛΛΙΟ).
ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΤΕ: Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΤΙΘΕΤΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΥΣ ΕΝΟΡΙΕΣ, ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΣΑΣ ΚΑΝΑΛΑΡΧΗ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΟΥ ΣΑΣ ΒΟΛΕΨΕ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ Ή ΣΑΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕ ΕΥΝΟΪΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟ.


(Artwork δανεισμένο από το Wooster Collective)

Σάββατο, Αύγουστος 12, 2006

ΒΕΒΑΙΟΣ ΠΝΙΓΜΟΣ


Στα τρίμματα του καλοκαιριού προσπαθώ να στριμώξω τις διακοπές μου. Οι έγνοιες μου οι πενθήμερες κουρνιάζουν στο συρτάρι. Στους αρμούς των σκέψεών μου φυτρώνουν θάλασσες και ήλιοι. Οι σκληρές γραμμές της αντζέντας μου καμπυλώνουν γλυκά σε μεσημβρινούς και παράλληλους . Τελικά οι διακοπές , πιο πολύ κι από ανάγκη , είναι προσδοκία.

(Αυτό το stencil, όπως και άλλα πολύ όμορφα δείγματα εφήμερης τέχνης του δρόμου, φιλοξενούνται στο wooster collective.)

Πέμπτη, Αύγουστος 10, 2006

* THE LIGHTHOUSE *


I keep walking
and I keep walking
to the lighthouse
* to the lighthouse *

I keep walking
and full moon is shining
to the lighthouse
* to the lighthouse *

I keep walking
and wind is blowing
to the lighthouse
* to the lighthouse *

I keep walking
and my sight is buried
in the lighthouse
* in the lighthouse *

I keep walking
but you 're still missing

you 're the lighthouse

*you 're the lighthouse*

(Η φωτογραφία είναι του Nightdriver, διαθέσιμη στον flickr)


Πέμπτη, Ιούλιος 27, 2006

IF THEY COME FOR YOU IN THE MORNING

Αλληλεγγύη. Σου λέει κάτι; Βοήθεια στον αδύναμο. Στον αδικημένο. Σε κάποιον που δεν ξέρεις. Που ούτε πρόκειται να γνωρίσεις ποτέ. Τελικά, βοήθεια στην ψυχή σου. Στη συνείδησή σου. Που σε γαργαλάει. Ή όχι; Θα δείξει...

(Η τέχνη του δρόμου είναι ούτως ή άλλως συναρπαστική. Διάφορες ομάδες ακτιβιστών-καλλιτεχνών, όμως, όπως οι Street Art Workers και άλλοι, παράγουν μια μορφή στρατευμένης τέχνης πολύ ενδιαφέρουσα. Πολιτικά στρατευμένη τέχνη σύγχρονη και ρομαντική, (ελπίζω) όχι σαν αυτή που στρογγυλοκαθίζει κώλους σε βουλευτικά έδρανα και περιφέρει ευαισθησίες στους τηλεμαραθώνιους.

Δευτέρα, Ιούλιος 17, 2006

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, Η ΒΟΜΒΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ-ΒΟΜΒΑ


Το φοβερό είναι πως μια βόμβα που "σκοτώνεται" δίπλα σε έναν άνθρωπο θα "γεννήσει" έναν άνθρωπο - βόμβα, που θα σκοτωθεί δίπλα σε άλλους ανθρώπους, οι οποίοι θα πατήσουν το κουμπί προκειμένου να εκτοξευθεί μία βόμβα, η οποία θα οπλίσει τον άνθρωπο - βόμβα που θα τους σκοτώσει.

Τρίτη, Ιούλιος 04, 2006

ΤΑΔΕ ΛΕΓΕΙ ΚΥΡΙΟΣ ΚΥΡΙΟΣ


Τρίτη, Ιούνιος 27, 2006

ΤΑ ΠΕΝΑΛΤΙ ΚΑΙ Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΓΝΙΩΝ


Στο περιοδικό Slate δημοσιεύθηκε ένα ενδιαφέρον (όσο και επίκαιρο λόγω μουντιάλ) άρθρο για την εφαρμογή της Θεωρίας των παιγνίων στα χτυπήματα πέναλτι. Δηλαδή, η επιστημονική επιβεβαίωση όσων οι "επιστήμονες" της κερκίδας και του καφενείου συζητούν εδώ και χρόνια!

(Η φωτογραφία είναι του πολύ καλού Jan von Holleben.)

Παρασκευή, Ιούνιος 23, 2006

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ


Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ, με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες, έδιναν χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ' όλες τις γωνιές της Ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες. Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να απορώ σαν με περίμεναν κάπου καθυστερημένα να φανώ). Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ' την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ' την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ΄ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι' αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη«ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.

Προσπάθησα όλον το καιρό που μέναμε στην Ξάνθη να γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να εξαφανίσω την αδελφή μου. Δεν τα κατάφερα και τα δύο. Έτσι μετακομίσαμε το '32 στην Αθήνα όπου δεν στάθηκε δυνατόν να λησμονήσω την αποτυχία μου.

Άρχιζα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Έλαβα όμως την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και Αττική και Παιδεία. Μ' επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του «Βυζαντίου», το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ' όλα τα χρόνια τα κατοπινά. Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της Μουσικής, μια και μ' απομάκρυναν ύπουλα απ' τους αρχικούς μου στόχους που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι' αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την Κατοχή. Έτσι δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς εγλύτωσα απ' το να μοιάζω με τα μέλη του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου. Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ότι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία.

Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε ν' αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικόν του τόπου μας προϊόν, όπως περήφανα ισχυρίζονται κι αποδεικνύουν συνεχώς οι έλληνες σωβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι εραστές. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ' ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.

Το '66 βρέθηκα στην Αμερική. Έμεινα κι έζησα εκεί κάπου έξι χρόνια, τα χρόνια της δικτατορίας, για λόγους καθαρά εφοριακούς - ανεκαλύφθη πως χρωστούσα τρεισήμισι περίπου εκατομμύρια στο δημόσιο. Όταν εξόφλησα το χρέος μου επέστρεψα περίπου το '72 και ίδρυσα ένα καφενείο που το ονομάσαμε Πολύτροπον, ίσαμε τη μεταπολίτευση του '74, όπου και τόκλεισα γιατί άρχιζε η εποχή των γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών εκτονώσεων. Κράτησα την ψυχραιμία μου και δεν εχόρεψα εθνικούς και αντιστασιακούς χορούς στα γυμναστήρια και στα γεμάτα από νέους γήπεδα. Κλείνοντας το Πολύτροπο είχα ένα παθητικό πάλι της τάξεως περίπου των τρεισήμισι εκατομμυρίων - μοιραίος αριθμός, φαίνεται, για την προσωπική μου ζωή.

Από το '75 αρχίζει μια διάσημη εποχή μου που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, υπαλληλική, που μ' έκανε ιδιαίτερα γνωστό σ' ένα μεγάλο και απληροφόρητο κοινό, βεβαίως ελληνικό, σαν άσπονδο εχθρό της ελληνικής μουσικής, των ελλήνων μουσικών και της εξίσου ελληνικής κουλτούρας. Μέσα σ' αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά, προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού , εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες. Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι επιβλήθηκε στη χώρα.

Και τώρα καταστάλαγμα του βίου μου μέχρι στιγμής είναι :

Α δ ι α φ ο ρ ώ
για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.

Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ' αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθέντες συνήθειές μας.

Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.

Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και
Μεγάλος Ερωτικός.


(Υπέροχο δείγμα λόγου και σκέψης ενός υπέροχου ανθρώπου.

Κείμενο και φωτογραφία δανεισμένα από την ιδιαιτέρως προσεγμένη επίσημη ιστοσελίδα Μάνου Χατζιδάκι.

Με αφορμή την ωραία συναυλία
- αφιέρωμα στο Μ. Χατζιδάκι της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης , που έλαβε χώρα την Τετάρτη 21 Ιουνίου 2006 στο Θέατρο Γης υπό τη διεύθυνση του κ. Μίλτου Λογιάδη και με τη συμμετοχή της κας. Σαββίνας Γιαννάτου, του κ. Αλκίνοου Ιωαννίδη και του κ. Δώρου Δημοσθένους.)

Παρασκευή, Ιούνιος 16, 2006

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ

Στο γραφείο δουλειά μέχρι αργά το βράδυ. 11:15. Μια γυναικεία φωνή με καλεί στο κινητό. Με αποκαλεί με τ' όνομά μου και με βρίζει για κάτι που έχω κάνει σε κάποια -δεν λέει τι, ούτε σε ποια (μάλλον θα έπρεπε να ξέρω). 12. Βαριέμαι. Κουράζομαι. Αφήνω τα υπόλοιπα για το πρωί. Κλειδώνω την εξώπορτα κοιτώντας φοβισμένα τριγύρω μήπως πλησιάζει κανείς στο σκοτεινό δρόμο. Ένα τραβεστί κάθεται βαριεστημένα στο αυτοκίνητό του περιμένοντας πελάτη και με κοιτάει απ' το απέναντι πεζοδρόμιο. Απ' το mp3 player ο Thom Yorke σκαλίζει εκκωφαντικά τις σκέψεις μου με το Wolf at the door. 12:20. Παίρνω λεωφορείο για το σπίτι. Έξω απ' το παράθυρο βλέπω την πρώην μου να βαδίζει. Οι ματιές μας απωθούνται σαν όμοιοι πόλοι. Μία παρά. Η πόλη αντανακλά φώτα και απορροφά συναισθήματα. Υποχρεώσεις με κυκλώνουν. Προθεσμίες υφαίνονται γύρω μου ασφυκτικά. Μπροστά μου στο λεωφορείο μια παρέα κωφάλαλων συνομηλίκων μου. Χειρονομούν ζωηρά καταστρώνοντας το πρόγραμμά τους για την επόμενη μέρα. Η σιωπή τους, κρυστάλλινη, τσιρίζει στ' αυτιά μου αλήθειες που δεν θέλω να ξέρω. Η σιωπή μου, παχύρρευστη, πνίγει τις σκέψεις .Το τέλος μιας μέρας.

(Η φωτογραφία είναι δανεισμένη από το colors magazine).

Δευτέρα, Ιούνιος 05, 2006

PHOBIA

Σάββατο, Ιούνιος 03, 2006

THE ROSE TREE (Η ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΑ)

"O words are lightly spoken,"
Said Pearse to Connolly,
"Maybe a breath of politic words
Has withered our Rose Tree;
Or maybe but a wind that blows
Across the bitter sea."

"It needs to be but watered,"
James Connolly replied,
"To make the green come out again
And spread on every side,
And shake the blossom from the bud
To be the garden's pride."

"But where can we draw water,"
Said Pearse to Connolly,
"When all the wells are parched away?
O plain as plain can be
There's nothing but our own red blood
Can make o right Rose Tree."


Οι λέξεις είναι ανάλαφρα ειπωμένες
Είπε ο Pearse στον Connolly,
Ίσως μια ανάσα από λέξεις πολιτικές
Έχει δώσει πνοή στην τριανταφυλλιά μας.
Ή ίσως ο άνεμος που φυσάει
Πάνω στην πικροθάλασσα.

Χρειάζεται απλά να ποτιστεί
Ο James Connolly απάντησε,
Για να ξαναφανεί το πράσινο
Και να απλωθεί σε κάθε μέρος,
Να ανθοβολήσει το μπουμπούκι
Δοξάζοντας τον κήπο.

Μα πού μπορούμε το νερό ν' αντλήσουμε
Είπε ο Pearse στον Connolly,
Όταν οι πηγές όλες έχουν αποστεγνωθεί;
Ας είναι απλό όσο απλό μπορεί να γίνει
Τίποτα δεν υπάρχει παρά μόνο το αίμα μας το κόκκινο
Που να μπορεί να φτιάξει μια σωστή τριανταφυλλιά.

W. B. Yeats (Βραβείο Nobel λογοτεχνίας 1923), Ποιήματα
Μετάφραση: Μαρία Αρχιμανδρίτου
Εκδοτική Θεσσαλονίκης

(Ta artwork είναι δανεισμένα από το www.radiohead.com)

Κυριακή, Μάϊος 21, 2006

Ο ΦΩΤΗΣ Ο ΣΑΚΑΤΗΣ

Στο βλέμμα του κουβαλούσε πάντα αυτή τη μελαγχολία που μένει αν στραγγίξεις απ’ τις σκέψεις σου δύο μέρη απογοήτευσης, προσθέσεις ένα μέρος μοναξιάς, τα χτυπήσεις δυνατά με δυο σταγόνες ανίας, τα σουρώσεις και τα σερβίρεις σε ένα παλιό, τσίγκινα γυαλιστερό αναπηρικό καροτσάκι.

Στην αρχή με δυσκολία διέκρινα το πρόσωπό του πίσω απ’ την αντανάκλαση της απέναντι πολυκατοικίας στο κλειστό παράθυρο του ισόγειου διαμερίσματός του. Πρωτοετής φοιτητής εγώ τότε, περνούσα καθημερινά μπροστά απ’ το σπίτι του καθ’ οδόν για τη στάση του λεωφορείου. Με τις πρώτες ζέστες άρχισε διστακτικά να ανοίγει το παράθυρο κι εγώ (εξίσου διστακτικά) να του ανοίγω κουβέντα.

Στα χωριά και τις γειτονιές (που στην ουσία είναι μικρά χωριά μέσα σε πόλεις) τα μικρά ονόματα δεν προσδιορίζονται με επώνυμα αλλά με συγγένειες ή ιδιότητες. Στη γειτονιά τον φώναζαν ‘ο Φώτης ο σακάτης’. Αυτή η διόλου γοητευτική προσφώνηση συνόδευε το βαφτιστικό του όνομα από την ημέρα που πρωτοπήγε στο καφενείο μετά το ατύχημα και δεν χρειάστηκε να ψάξει για καρέκλα – από τότε και στο εξής θα κουβαλούσε πάντα μια δική του.

Η αλήθεια –είτε μας αρέσει είτε όχι- είναι ότι η ελληνική κοινωνία (ιδίως παλαιότερα αλλά και σήμερα) δείχνει έντονη αδιαφορία –αν όχι σκληρότητα- απέναντι στα άτομα με κινητικά προβλήματα. Δεν ξέρω αν πρόκειται ακριβώς για ελάττωμα του ανθρώπινου εγκεφάλου, πάντως διαθέτει την έμφυτη τάση να επικεντρώνεται στις θετικές σκέψεις και να απωθεί τις αρνητικές. Όταν παίζω Τζόκερ σκέφτομαι τι θα κάνω τα λεφτά αν κερδίσω (με πιθανότητες μία στα δεκαέξι εκατομμύρια), ενώ ποτέ όταν οδηγώ δεν σκέφτομαι πως πρόκειται να σκοτωθώ στο τιμόνι (πιθανότητες: μία στις τρεισήμισι χιλιάδες κάθε έτος). Ίσως σ’ αυτό οφείλεται και η αποστασιοποίησή μας από τους μη αρτιμελείς νοητικά ή σωματικά συνανθρώπους μας. Νιώθουμε ότι έρχονται από έναν άλλο κόσμο, δυσάρεστο και μακρινό, με τον οποίο δεν επιθυμούμε σχέσεις, αφού δεν του ανήκουμε. Και ούτε πιστεύουμε πως είναι πιθανό κάτι τέτοιο να συμβεί και σε μας. Δεν εντάσσεται στο πεδίο αξιοπρόσεκτων κινδύνων (σε αντίθεση με το φιστίκι-φονιά του Ευαγγελάτου).

Ο Φώτης ήταν οικοδόμος. Από μικρή ηλικία τα όνειρά του περιορίστηκαν ως το τελευταίο πάτωμα της πολυκατοικίας που κάθε φορά έχτιζε. Ώσπου έπεσε και καθηλώθηκαν για πάντα στο ισόγειο. Χτύπησε άσχημα. ‘Είχε Άγιο’, κατά τους γιατρούς. ‘Δεν είχε κράνος’, κατά τους δικαστές. Στη μαθηματική πράξη τα έβγαζε ‘μηδέν’. Το πήρε βαριά. Χώρισε με την κοπέλα που είχε αρραβωνιαστεί. Από τα τριάντα ως τα πενήντα του έμεινε με τη μάνα του. Από το θάνατό της μέχρι και όταν τον γνώρισα έμενε μόνος του στο ισόγειο διαμέρισμα. Έκανε σχεδόν όλες τις δουλειές του σπιτιού μόνος του, χωρίς βοήθεια. Απέφευγε τα πολλά πάρε-δώσε με τη γειτονιά. Μόνο η θεία του ερχόταν που και που και τον βοηθούσε στο καθάρισμα.

Ξέρεις κάτι; Η δουλειά σου δεν είναι μόνο ώρες απ' τη ζωή σου. Δεν είναι ένσημα στα βιβλία, ούτε αριθμοί στις κάρτες παρουσίας. Αυτό είναι το πρώτο ψέμα. Και το μεγαλύτερο. Να νομίζεις πως μόλις τελειώσει η βάρδια καθάρισες. Πως μόλις βγάλεις τη ‘στολή’ ξεφεύγεις. Άσχημα νέα.

Απ' τη δουλειά σου όταν φεύγεις, σίγουρα κάτι δικό σου μένει πίσω. Ξεφτίζεις. Σκορπάς. Ένα κομμάτι της ψυχής σου θα μείνει για πάντα εκεί. Αναπόφευκτη αναπηρία.

Μόνο που κάποια φορά το τίμημα δεν θα 'ναι μόνο σε ψυχή. Η ιστορία της εργασίας είναι ταυτισμένη με αίμα και πόνο. Στην αχανή έρημο της ανθρώπινης ιστορίας όλα τα υλικά δημιουργήματα, τα έργα, τα κτίσματα, οι εφευρέσεις, οι επινοήσεις, ό,τι σήμερα θεωρούμε δεδομένο ή απλό, φτιάχτηκαν μετά από οδυνηρές αποτυχίες, μετά από ανεπιτυχείς δοκιμές, μετά από ατυχήματα και μετά από θανάτους. Ο μύθος του γεφυριού της Άρτας, που απαιτεί μια ανθρώπινη θυσία για να στεριώσει το έργο, ή της θυσίας της Ιφιγένειας, που οδηγήθηκε στο θάνατο προκειμένου να κατευναστούν οι πανίσχυρες δυνάμεις της φύσης που προκαλούν αξεπέραστες δυσκολίες, ουσιαστικά μας υπενθυμίζουν πως κάθε προσπάθεια των ανθρώπων να χειραγωγήσουν, να αψηφήσουν, να μεταποιήσουν ή να αξιοποιήσουν τα στοιχεία της φύσης θα συνεπάγεται αναπόφευκτες απώλειες στο στρατόπεδό τους.

Ταξιδεύεις σε δρόμους, διασχίζεις γέφυρες, γιορτάζεις σε γήπεδα, κοιμάσαι σε σπίτια, πίνεις, οδηγείς, τρως, βλέπεις, ακούς, φοράς... Για την εγωιστική γραμματική σου σε όλα υποκείμενο είσαι εσύ. Νομίζεις πως ό,τι κατέχεις ορίζεται από σένα, πως όλα φτιάχνονται με νου και αποκτιούνται με χρυσάφι. Άρχισε να συνειδητοποιείς πως ό,τι βλέπεις γύρω σου, ό,τι κρατάς, ό,τι φοράς, ό,τι τεχνητό σε περιβάλλει εμπεριέχει ύλη και ανθρώπινη εργασία, συμπυκνώνει μόχθο και χρόνο και πολύ συχνά αχνίζει λυγμούς και δάκρυα.

Τα εργατικά ατυχήματα σήμερα στην κυριολεξία θερίζουν. Τα θύματα εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών νόσων παγκοσμίως ανέρχονται σε περίπου 5.000 την ημέρα και 2,2 εκατομμύρια σε ετήσια βάση. Στην Ελλάδα η κατάσταση έχει βελτιωθεί κάπως, αλλά σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί πανηγυρισμούς. Για την κατασκευή των ολυμπιακών εγκαταστάσεων π.χ. ο λογαριασμός ήρθε φουσκωμένος, εκτός από χρήματα, και σε θύματα εργατικών ατυχημάτων- πράγμα που δεν φάνηκε να πειράζει και πολλούς.

Αν και γενικά στον αναπτυγμένο κόσμο οι σχετιζόμενοι με την εργασία θάνατοι εμφανίζουν τα τελευταία χρόνια πτωτική τάση, στις ταχύτατα αναπτυσσόμενες χώρες της άπω ανατολής ο αριθμός τους μεγαλώνει δραματικά. Αυτό είναι το τίμημα του αιτήματός μας για ολοένα και χαμηλότερες τιμές και της επιδίωξής τους για ολοένα και περισσότερα κέρδη (αλήθεια, πώς νομίζεις ότι μπόρεσες να αγοράσεις ασύρματο πληκτρολόγιο και ποντίκι μόνο με 30 €;). Λόγω της υπερδιόγκωσης αυτών των δύο συμφερόντων, στη μέση στριμώχνονται εργατικά δικαιώματα και συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας στην εργασία, που διαρκώς χάνουν ζωτικό χώρο. Από τη στιγμή που, προκειμένου να συμπιέσεις το εργατικό κόστος, χαλαρώνεις τα μέτρα υγιεινής και ασφάλειας, αναπόφευκτα μαζί του θα συμπιέσεις και άκρα σε μηχανές και κορμιά σε γύψους.

Στο δεύτερο έτος μετακόμισα σε άλλη γειτονιά και χάθηκα με το Φώτη. Συχνά προγραμμάτιζα να τον επισκεφτώ, αλλά όλο και κάτι τύχαινε. Αξιώθηκα να πάω να τον δω μετά από μερικά χρόνια. Κανείς δεν φάνηκε στην πόρτα και το παντζούρι ήταν κλειστό. ‘Ε, ρε γαμώτο’ μουρμούρισα. ‘Μάλλον θα μετακόμισε’…

(Οι φωτογραφίες είναι του πολύ καλού drp)

Τετάρτη, Μάϊος 03, 2006

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΟΥ

Μπροστά στο σπίτι της γιαγιάς μου είχε ένα λιβάδι χαμομήλια
Κι εμείς τα κόβαμε και υφαίναμε στεφάνια φως
Για να τυφλώνουμε τη νύχτα
Μπροστά στο σπίτι της γιαγιάς μου είχε ένα λιβάδι στάχυα
Κι εμείς φτιάχναμε βελάκια απ' τα χλωρά τους σώματα
Για να τρυπάμε τον ήλιο
Μπροστά στο σπίτι της γιαγιάς μου είχε ένα λιβάδι φράουλες κόκκινες
Κι εμείς τους βγάζαμε το χρώμα
Για να βάφουμε τα όνειρά μας.

Πέμπτη, Απρίλιος 27, 2006

LINKZ


Sparkles in grass
and tides in your eyes
seagulls
and
butterflies
rush out squealing
from your beautiful(ly)
bleeding mouth

Τετάρτη, Απρίλιος 26, 2006

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ! ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΤΩΝ ΕΠΕΙΣΟΔΙΩΝ...


Στο αποκλειστικό βίντεο βλέπετε έναν γνωστό "γνωστό-άγνωστο" και έναν (άγνωστο σε έναν γνωστό μου) μπάτσο να σακατεύονται στο ξύλο κατά τη διάρκεια των επεισοδίων που ακολούθησαν την άφιξη της αμερικανίδας υπουργού εξωτερικών... ή, μάλλον, δύο οπαδούς αντίπαλων ποδοσφαιρικών ομάδων μετά το μεταξύ τους ντέρμπι, εεεε... λάθος, έναν δαπίτη κι έναν πασπίτη κατά την καταμέτρηση ψήφων στις πρόσφατες φοιτητικές εκλογές ... όχι, όχι... είναι σίγουρα φανατικοί χριστιανοί - οπαδοί ανταγωνιστών αρχιερέων, αν και... (αν τους καλοδείς) μοιάζουν περισσότερο με απεργό-απελπισμένο-καταληψία της εθνικής οδού και ΜΑΤατζή...

...ή μήπως τελικά είναι όλα το ίδιο;

Κυριακή, Απρίλιος 02, 2006

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

η θερμοκρασία ανεβαίνει μαζί και η διάθεση κονταίνουν τα μανίκια και τα κορίτσια εκτίθενται σε ήλιους και σε βλέμματα τα πρώτα μπάνια και παγωτά βαριέσαι να φτύνεις τα κουκούτσια του καρπουζιού φωνές ποιος θα πρωτοφάει απ' την καρδιά της βαδίζεις ξυπόλητος στο πλακόστρωτο αφήνεις πίσω σου υγρά αποτυπώματα σε σχήμα πατούσας σ' αρέσει να γλύφεις την αρμύρα που στεγνώνει στο δέρμα σου τα κρύα σταφύλια εκρήγνυνται γλυκά στο στόμα σου τα κορίτσια που ψήνονται στον ήλιο τα ηλιοβασιλέματα με ένα χέρι τριγύρω στο λαιμό σου η κατασκήνωση, οι μουσικές και τα γέλια στο Ποσείδι, το Πλατανίτσι και στο Πήλιο η ζέστη στο λεωφορείο και τ' ανοικτά παράθυρα ξεπλένεις την άμμο με κρύο νερό απ' το λάστιχο η παγωμένη μπύρα και ο καφές με κόκκους άμμου που θρυμματίζονται στο στόμα σου η πλάτη που τσούζει μόλις σε ακουμπήσουν ο δισταγμός να μπεις στο νερό που σε κρυώνει τα βράδια με αεράκι, δροσιά και παγωτό χταπόδια, ξύδι και ούζο στη σκιά τρέχεις να πιάσεις καλό τραπεζάκι θα δεις τον αγώνα έξω η αίσθηση να σε ξεβράζει το κύμα στην ακτή κάποιος έρωτας με ημερομηνία λήξης τον Αύγουστο το λιπαρά άσπρο χρώμα του πλοίου η αίσθηση της μπουκαπόρτας που παλαντζάρει πάνω απ' το καλοκαίρι σου νύχτες με φεγγάρι στριμωγμένες στο πολύ φως ψάρεμα και βαρκάδες βόλτες στο βουνό η αίσθηση να φοράς μακρυμάνικο όταν βγάλει ψύχρα οι ξαφνικές μπόρες που σε βρίσκουν στη μέση του πουθενά η δυσαρέσκεια στην ευχή καλό χειμώνα οι ιστορίες των διακοπών με φίλους την έναρξη της νέας χρονιάς το μαύρισμα που ξεφτίζει όπως και οι αναμνήσεις το άσπρο χρώμα σου θα έρθει πάλι όπως οι υποχρεώσεις που τρέχουν και ο χειμώνας θα μαζέψεις τα λεπτά και πολύχρωμά σου αχ, φίλε μου, το καλοκαίρι!
(Όλες οι φωτογραφίες είναι του εκπληκτικού Kevin Meredith, ενός απ' τους καλύτερους φωτογράφους που έχω δει ποτέ)

Πέμπτη, Μάρτιος 30, 2006

ΕΝΑ ΖΕΥΓΑΡΙ ΟΛΟΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΑΘΛΗΤΙΚΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ

Αγόρασα ένα ζευγάρι ολοκαίνουργια αθλητικά παπούτσια. Πραγματικά πολύ όμορφα και άνετα αθλητικά παπούτσια, δημιούργημα μιας αμερικανικής εταιρίας που στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια ήταν φετίχ για όλους τους ομηλίκους μου. Μιας εταιρίας-σύμβολο της παγκοσμιοποίησης των αγορών και της Νέας Οικονομίας. Όσο τα κοιτάζω, όμως, ο νους μου φεύγει από την όψη τους, τα μάτια μου δραπετεύουν από το σχήμα τους. Τα βλέπω να διαλύονται στα εξ ων συνετέθησαν, να διασπώνται σε κομμάτια, να γίνονται ιδέες σε μυαλά, ιδρώτας σε χέρια και γράσα σε μηχανές. Και, τελικά, μηδενικά σε τράπεζες.

Θα τα σχεδίασε, σκέφτομαι, ένας Σουηδός. Από μικρός θα ήταν καλός στο σχέδιο. Οι γονείς του θα τον ενθάρρυναν να ζωγραφίζει. Καθισμένος πλάι στο παράθυρο θα ζωγράφιζε τη θέα έξω. Αν ζωγραφίζεις το χειμώνα σ’ αυτές τις χώρες, το σκούρο μπλε και το μαύρο σού τελειώνουν γρήγορα. Βλέπεις, στα μέρη αυτά για μισό χρόνο η γη έχει την πλάτη της γυρισμένη στον ήλιο και δεν στρέφει το βλέμμα της προς τη μεριά του παρά ελάχιστα, δειλά, ίσως ακόμη και περιφρονητικά. Και τούτο γιατί οι άνθρωποί τους έμαθαν να ζουν χωρίς τις ακτίνες του σε αφθονία για αρκετό καιρό.

Μετά το πανεπιστήμιο θα αποφάσισε να πάει στην Αμερική για μεταπτυχιακό και δουλειά. Η υποτροφία του έδινε μερικά λεφτά και είχε ήδη κάποιους φίλους που είχαν κάνει το ίδιο και τον περίμεναν στην άλλη όχθη. Δέχτηκε αμέσως την πρόταση της εταιρίας. Το ωράριο θα ήταν εξοντωτικό, αλλά οι αποδοχές καλές για νεοπροσληφθέντα. Καθισμένος για ώρες στο γραφείο του στον πρώτο όροφο του κτιρίου της εταιρίας στο Oregon θα σχεδίαζε από μπάλες μέχρι παπούτσια και από φόρμες μέχρι μπρελόκ. Ακριβώς έξω από το παράθυρο θα αγκάλιαζε το κτίριο μια πελώρια οξιά. Το τιτίβισμα ενός πουλιού βουτούσε στην απόλυτη ησυχία του σχεδιαστηρίου του, όπως τα πετραδάκια στην ήρεμα στιλπνή επιφάνεια του νερού. Αυτό το ζευγάρι παπούτσια ήταν ό,τι καλύτερο είχε σχεδιάσει. Ο διευθυντής του τον επαίνεσε δημόσια. Η μάνα του τα έβαλε στο σαλόνι, πάνω απ’ το τζάκι, για να τα βλέπουν και να καμαρώνουν, να τον παινεύουν στους επισκέπτες. Θα ντράπηκε πολύ την πρώτη φορά που τα είδε εκεί.

Το σχέδιό του θα έφτασε με e-mail στο εργοστάσιο της εταιρίας στο Μπαγκλαντές. Ακούγεται απίστευτο, όμως ακόμη και σήμερα κάποια συγκεκριμένα κομμάτια δεν γίνεται (ή δεν συμφέρει) να τα ράβουν οι μηχανές, αλλά λεπτά παιδικά χεράκια. Ουσιαστικά απλήρωτοι σκλάβοι, θύματα της δίψας του ‘πρώτου κόσμου’ για κέρδος. Ζωές στριμωγμένες σε εργοστάσια-κάτεργα, όπως η υποδιαστολή ανάμεσα στα ψηφία της αύξησης κερδών που αναμένει ο εργοδότης τους. Γι’ αυτούς 1 δολάριο αμοιβή για 12-18 ώρες εργασίας είναι πολλά. Για μένα 70 ευρώ (με την έκπτωση) για ένα ζευγάρι ολοκαίνουργια αθλητικά παπούτσια είναι λίγα. Το ενδιάμεσο είναι η διαφορά πλούτου πρώτου και τρίτου κόσμου, η άυλη αξία της ‘φίρμας’, η Νέα Οικονομία, η αύξηση κερδών, ο Γενικός Δείκτης, το χαμόγελο του γιάπη, η ανεργία του απολυμένου, η δική μου ενοχή.

Άραγε τι παιχνίδια να σκαρώνουν μεταξύ τους με κορδόνια, σόλες και κομμάτια ύφασμα; Αποκλείεται μικρά παιδιά να κάθονται συγκεντρωμένα επί τόσες ώρες. Εκτός κι αν υπάρχει επιστάτης που τα συμμαζεύει με το βούρδουλα, όπως συμμάζευε εμάς με τις φωνές η μάνα μας απ’ τις αλάνες. Έννοιες, όπως ‘επαγγελματισμός’, ‘ποσό-στόχος’ και λοιπές αηδίες λειτουργούν ως καρότα μόνο στους ‘ώριμους’ ενήλικες. Ο πιτσιρικάς θα γνέψει καταφατικά το κοντοκουρεμένο κεφαλάκι του την ίδια στιγμή που θα δένει με τα κορδόνια τα πόδια του μπροστινού του. (Καλά, πού είναι τα κορδόνια του άλλου μου παπουτσιού; Δεν τα βρίσκω στο κουτί… Ααα, θα κάνω παράπονα…)

Το ζευγάρι των ολοκαίνουργιων αθλητικών παπουτσιών μου θα στοιβάχτηκε στο κοντέινερ που θα τα μετέφερε, όπως ακριβώς τα όνειρα του ινδού ναύτη στο σάπιο βαπόρι που μπάρκαρε για τη μακρινή Ελλάδα. Από το ίδιο χωριό με τον Mittal, ο πατέρας του θα δούλευε στα ορυχεία του ινδού Κροίσου. Ο κρότος από την έκρηξη που τον σκότωσε θα ακούστηκε στο μικρό χωριό τους τόσο εκκωφαντικός, όσο και στις διεθνείς χρηματαγορές ο αντίκτυπος της προσπάθειας επιθετικής εξαγοράς της Arcelor από τη Mittal Steel. Το σαπιοκάραβο θα πάσχιζε να νικήσει τα μανιασμένα κύματα, όπως ο Mittal τις αντιρρήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Thierry Breton και των ομολόγων του στο Βέλγιο, την Ισπανία και το Λουξεμβούργο. Κοιτάζοντας έξω απ’ το φινιστρίνι τα πελώρια κύματα των ωκεανών, θα θυμόταν πόσο μεγάλα του φαίνονταν τα κυματάκια του Γάγγη, όταν, μικρό παιδάκι, τον είχε πάει ο πατέρας του για ιερό προσκύνημα. Τότε στην ασφαλή, ζεστή αγκαλιά του πατέρα του - τώρα στην ατσάλινη, κρύα κοιλιά του βαποριού του. Όνειρα μιας καλύτερης ζωής που πνίγηκαν μαζί με την αθωότητα της παιδικής του ηλικίας.

Στο πολυκατάστημα απ’ όπου αγόρασα τα ολοκαίνουργια αθλητικά μου παπούτσια με εξυπηρέτησε μια συμπαθέστατη πωλήτρια, όχι ιδιαίτερα όμορφη, με βλέμμα κουρασμένο από τη ρουτίνα και πόδια που πονούσαν απ’ την ορθοστασία. Δεν θα χρειαζόταν να πολλαπλασιάσω την αξία των παπουτσιών μου παρά μόνο με μονοψήφιο αριθμό για να βρω το μηνιάτικό της. ‘Το 43 σαν να μου είναι λίγο μικρό… Μήπως θα μπορούσα να δοκιμάσω και το 44;’ Οι ώρες εργασίας της κάθε εβδομάδα ξεπερνούσαν το νούμερό μου. Απλήρωτες υπερωρίες, δικαιώματα πνιγμένα στο φόβο της απόλυσης, κρεμασμένα από το νοίκι που ‘τρέχει’, όπως ακριβώς το βρώμικο κουφάρι του Έκτορα από το λαμπερό άρμα του Αχιλλέα.

Τέτοιες σκέψεις για όνειρα, λυγμούς, γέλια και πόθους ανθρώπων που δεν θα γνωρίσω ποτέ και με τους οποίους το μόνο συνδετικό μας στοιχείο είναι ένα ζευγάρι ολοκαίνουργια αθλητικά παπούτσια, σφίγγουν το μυαλό μου πιο πολύ απ' ότι τα κορδόνια το πόδι μου. Άψυχα αντικείμενα παίρνουν ζωή μέσα από τις ζωές ανθρώπων που συνδέθηκαν μαζί τους. 'Καλοφόρετα!', μου λές.

Σάββατο, Μάρτιος 25, 2006

Στον Α. Κ.


XVI

Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν
Αεροβάτες
Το πώς περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
Ένας Θεός το ξέρει.


Φίλε μου όταν ανάβ’ η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη
Βλέπω το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Που όλο παρακαλείς
Κι όλο δεν κατεβαίνει
Χρόνια και χρόνια
Εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.


Κι όμως του πόθου τ' όράμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα
Κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά
Τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες
Κοντεύεις να τη δεις σε περιμένει
Δώσε το χέρι σου να πάμε πριν η Αυγή
Την περιλούσει με ιαχές θριάμβου.


Δώσε το χέρι σου —πριν συναχτούν πουλιά
Στους ωμούς των ανθρώπων και το κελαηδήσουνε
Πως επιτέλους φάνηκε να ‘ρχεται από μακριά
Η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!
Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!


(Οδυσσέα Ελύτη, 'Ήλιος ο πρώτος', Εκδ. Ίκαρος)

Τετάρτη, Μάρτιος 22, 2006

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΟΙ


Ο παππούς μου ήταν παπάς. Πριν από μερικά χρόνια έφυγε από κοντά μας για να συναντήσει το Θεό του, που τόσο ειλικρινά λάτρεψε και τόσο ταπεινά υπηρέτησε ως λειτουργός Του επί σχεδόν εβδομήντα χρόνια. Ήταν ασκητική μορφή, ένας άνθρωπος που είχε υποφέρει πάρα πολύ και για διάφορους λόγους σε όλες τις φάσεις της ζωής του και που (ίσως εξαιτίας αυτού) πρόσφερε απλόχερα την αγάπη του σε όποιον τύχαινε να βρεθεί κοντά του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν πλέον άρχιζα να γίνομαι ηλικιακά ώριμος για συζήτηση, κουβεντιάζαμε επί παντός επιστητού και μου διηγούταν ιστορίες της υπερενενηκονταετούς ζωής του.

Μια ιστορία που ακόμα θυμάμαι είναι το πώς επελέγη μεταξύ περισσοτέρων υποψηφίων για να γίνει παπάς στο χωριό. ‘Ήμουν ο πιο μορφωμένος απ’ όλους’, μου είχε πει. ‘Δηλαδή;’ ‘Δηλαδή εγώ είχα πάει σχολείο μέχρι την Τετάρτη δημοτικού, ενώ οι άλλοι καθόλου ή μέχρι τη Δευτέρα’.


Αυθόρμητα γέλασα με τη σκέψη ότι θεωρήθηκε ‘μορφωμένος’ κάποιος που με τα σημερινά δεδομένα θα θεωρούταν ουσιαστικά αναλφάβητος. (Βέβαια, θυμάμαι τον ‘αναλφάβητο’ παππού να διαβάζει μέχρι τα βαθιά του γεράματα αναρίθμητα βιβλία, ενώ οι περισσότεροι φίλοι μου, όλοι με εντυπωσιακές συλλογές πτυχίων, διαβάζουν λιγότερα βιβλία και απ’ τις πιθανότητες της Στέλλας Μπεζαντάκου να εκθέσει συλλογή πινάκων της, εξπρεσιονιστικής τεχνοτροπίας, στην Tate του Λονδίνου).

Ωστόσο, κάνοντας την αναγωγή των όσων χαρακτήριζαν την εκπαίδευση της Ελλάδας προπολεμικά στη σημερινή εκπαιδευτική πραγματικότητα, δυστυχώς δεν θα διακρίνει κανείς τρομακτικές διαφορές. Φυσικά, σχεδόν όλοι σήμερα γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση. Όμως, αντίστοιχα, ο πήχης των εκπαιδευτικών δεξιοτήτων έχει ανέβει πάρα πολύ, ιδίως στο πεδίο των ‘νέων’ τεχνολογιών. Τεχνολογικές πραγματικότητες που δεν θεωρούνται τόσο ‘νέες’ στον υπόλοιπο ‘δυτικό’ κόσμο, στη χώρα μας κινούνται στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας.

Στην εποχή του παππού μας, όταν η πλειονότητα δεν πήγαινε καν στο σχολείο ή το εγκατέλειπε πολύ νωρίς, ο απόφοιτος της τέταρτης τάξης του δημοτικού σχολείου θεωρούταν ‘μορφωμένος’. Στη δική μας εποχή, επειδή η πλειονότητα γνωρίζει για το χειρισμό υπολογιστή το αντίστοιχο της γραφής και ανάγνωσης, όποιος ξέρει πέντε πράγματα παραπάνω θεωρείται τεχνολογικά ‘μορφωμένος’. Σε έναν κόσμο όπου η γνώση τρέχει με απίστευτες ταχύτητες, η άγνοια τόσο βασικών πραγμάτων ισοδυναμεί με αναλφαβητισμό. Οι σύγχρονοι τεχνολογικά αναλφάβητοι θα προκαλέσουν στα εγγόνια τους το ίδιο μειδίαμα, όταν τους αποκαλύψουν ότι προσλήφθηκαν κάπου λόγω των (ουσιαστικά μηδαμινών) προσόντων τους στο χειρισμό πληροφορικών συστημάτων.

Eνώ, λοιπόν, σε ολόκληρο τον (οικονομικά αναπτυγμένο ή, έστω, αναπτυσσόμενο) κόσμο η κατάρτιση του πληθυσμού –ιδίως των νέων- στις νέες τεχνολογίες, η ενθάρρυνση της καινοτομίας και η στήριξη της έρευνας τίθενται στην κορυφή της πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής και εκπαιδευτικής ατζέντας, στη χώρα μας η συζήτηση ακόμη αφορά την αναζήτηση απαντήσεων σε ερωτήματα προηγούμενων δεκαετιών. Στην Ελλάδα ακόμη η κουβέντα γίνεται για το ευρυζωνικό ίντερνετ αστείων ταχυτήτων, όταν παντού θεωρείται (προ πολλού) αυτονόητο. Εδώ ακόμη μαλώνουμε για την κατανομή των τηλεοπτικών συχνοτήτων, όταν παντού έξω αρχίζουν οι πρώτες εκπομπές της (απολύτως ελεύθερης) ψηφιακής τηλεόρασης, των τηλεοπτικών εκπομπών μέσω ίντερνετ κλπ.


Η εξωτική Σιγκαπούρη ξεκίνησε πριν από μία δεκαετία την εκπαιδευτική της μεταρρύθμιση, εξασφαλίζοντας προσωπικό υπολογιστή για κάθε μαθητή και προτεραιότητα στα μαθήματα των νέων τεχνολογιών. Σήμερα απολαμβάνει τους καρπούς της προσπάθειάς της από τις πρώτες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης στις λίστες οικονομικής, επιχειρηματικής και τεχνολογικής ανάπτυξης. Μόνο τυχαίο δεν είναι ότι με αντίστοιχου προσανατολισμού εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και γενναία στήριξη της έρευνας η Φινλανδία και η Ιρλανδία καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις παγκοσμίως ως προς την αφομοίωση των νέων τεχνολογιών και την οικονομική ανάπτυξη, αφού εκπαιδεύουν τους ανθρώπους τους να παράγουν το μόνο ίσως πράγμα που ο δυτικός κόσμος μπορεί ακόμη να πουλήσει ακριβά: γνώση.


Αντίθετα, στην Ελλάδα ακόμα ψάχνουμε αν θα πρέπει να αλλάξουμε τα σχολικά βιβλία που δείχνουν τη Σοβιετική Ένωση ενωμένη και το μέσο Έλληνα κτηνοτρόφο και κάτοικο χωριού. Ο εξοπλισμός των σχολείων και των πανεπιστημίων με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, αντί για επένδυση, θεωρείται σπατάλη και περικόπτεται, ενώ, όταν γίνεται, συνήθως τα μηχανήματα είναι πεπαλαιωμένα και χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο. Τα ποσά που διατίθενται για έρευνα μόνο γέλιο μπορούν να προκαλέσουν (ενώ συχνά σπαταλώνται σε εικονικές μελέτες ‘ημετέρων’). Το όνειρο του αποφοίτου πανεπιστημίου είναι να ‘αράξει’ στο δημόσιο, την ίδια στιγμή που τα πανεπιστήμια, αντί για καινοτομία και γνώση, παράγουν παπαγάλους, γραφειοκράτες και πτυχία χωρίς ουσιαστικό γνωστικό αντίκρισμα.


Όταν γύρω μας τα τείχη πέφτουν, οι απαιτήσεις αλλάζουν και ο πλούτος συγκεντρώνεται σε όσους έχουν πρόσβαση είτε σε φτηνό εργατικό δυναμικό είτε σε προηγμένη γνώση, εμείς, όπως ο παππούς μου το 1930, ας αρκεστούμε σε λίγο απ’ όλα και αρκετό από τίποτα. Όπως θα ’λεγε και ‘κείνος: «Έχει ο Θεός!»

(Στην πρώτη φωτογραφία, υπερήφανος διευθυντής λυκείου, κάπου στην Ελλάδα του 2006, ποζάρει μπροστά στον υπερσύγχρονο Η/Υ που είχε υποσχεθεί ο Πρωθυπουργός και άρχισαν σιγά-σιγά να παραλαμβάνουν τα σχολεία.
Στη δεύτερη φωτογραφία
, εκλαϊκευμένη επεξήγηση όρων πληροφορικής - ταπεινή συμβολή αυτού του ιστοχώρου στην εθνική προσπάθεια για ισότιμη πρόσβαση όλων των Ελλήνων στις νέες τεχνολογίες.)

Πέμπτη, Μάρτιος 16, 2006

ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΣ


Πολύ πρόσφατα είδα στο internet και στη συνέχεια στο Μουσείο Φωτογραφίας της Θεσσαλονίκης κάποιες από τις εκπληκτικές φωτογραφίες του πολύ καλού φωτογράφου Simon Norfolk. Ένα θέμα με το οποίο ασχολήθηκε ο εν λόγω καλλιτέχνης είναι η καταγραφή τόπων όπου έλαβαν χώρα γενοκτονίες ή μάχες. Το μαγικό στις φωτογραφίες του είναι ότι σου μεταδίδουν τη φρίκη όσων συνέβησαν στο μέρος αυτό χωρίς να απεικονίζουν πτώματα ή αίμα. Ωστόσο, σε όλες υπάρχει ένα στοιχείο που συνδέει τον τόπο με το αιματοβαμμένο παρελθόν του, όπως η τάφρος που ανοίχθηκε για έναν ομαδικό τάφο, τα ερείπια που άφησε μια μάχη, τα παροπλισμένα τανκς ή οι σκουριασμένες οχυρωματικές εγκαταστάσεις. Στις εικόνες του κυριαρχεί απόλυτη καθαρότητα, την οποία θα μετέφραζες ως απόλυτη ησυχία, ωστόσο παραδόξως την εισπράττεις ως εκκωφαντική αναπαράσταση της βίας που προηγήθηκε. Η αντίθεση της πλήρους ηρεμίας που σου παρουσιάζει με τις φρικαλεότητες που υπονοεί είναι τόσο έντονη, ώστε δεν μπορείς να απομακρύνεις τη σκέψη σου από τις δεύτερες.

Οι εικόνες αυτές -ιδίως εκείνες που αφορούν τις σφαγές στη Βοσνία- επέστρεψαν και ρίζωσαν στο νου μου με αφορμή το θάνατο του Μιλόσεβιτς. Η σερβική ηγεσία εκείνης της εποχής, αν δεν οργάνωσε, τουλάχιστον ανέχθηκε τις ευρείας κλίμακας σφαγές. Είναι γνωστό ότι σε έναν (εμφύλιο) πόλεμο οι άνθρωποι αποκτηνώνονται.
Υπ' αυτές τις συνθήκες όλες οι αντιμαχόμενες πλευρές εναλλάσσονται στο ρόλο του θύτη και του θύματος με αμείωτη σκληρότητα. Όμως, αυτό που διαφοροποιεί κάπως τη θέση των Σέρβων είναι τα ιστορικά στοιχεία που έρχονται συνεχώς στο φως και αποκαλύπτουν την ύπαρξη (και εν μέρει την εκτέλεση) οργανωμένου σχεδίου εθνικών εκκαθαρίσεων σε ολόκληρες περιοχές -κατάσταση που σαφώς και διαφέρει από την ωμή, αυθόρμητη και ακατέργαστη έκρηξη βίας που ένας εμφύλιος πόλεμος προκαλεί.

Το σίγουρο είναι πως οι πληγές που άφησε ο πόλεμος στην περιοχή αυτή ακόμη δεν έχουν κλείσει. Κάποιοι θεώρησαν πως η δίκη του Μιλόσεβιτς
θα έφερνε την πολυπόθητη 'λύση' και η καταδίκη του την 'κάθαρση' στην τραγωδία της Γιουγκοσλαβίας. Ωστόσο, η συζήτηση της υπόθεσής του στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ξεπέρασε τα πέντε χρόνια σε διάρκεια, χωρίς να καταλήξει κάπου. Μέσα σ' αυτό το κλίμα -και πάντα με όρους τραγωδίας- το θάνατό του εύλογα ίσως πολλοί θα σπεύσαν να χαρακτηρίσουν... 'από μηχανής Θεό'.

(Η φωτογραφία είναι του Simon Norfolk και εικονίζει το σημείο μαζικής εκτέλεσης
μουσουλμάνων Βόσνιων δίπλα σε ένα εργοστάσιο παραγωγής αλουμινίου. Πολλά από τα πτώματα ρίχθηκαν στη λίμνη απόθεσης αποβλήτων του εργοστασίου. Τα κόκκινα απόβλητα που φωτογραφίζει ο Norfolk μας φέρνουν στο νου το αίμα των αθώων που έβαψε αυτό τον τόπο.)

Κυριακή, Μάρτιος 12, 2006

ΚΑΝΕ ΜΟΥ 'ΜΜΜΟΥΟΥΟΥ'


Σε ολόκληρο τον κόσμο -και κυρίως στις Η.Π.Α.- αναζωπυρώθηκε πρόσφατα η συζήτηση για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων με αφορμή την επιλογή τριών ταινιών με θέμα σχετικό με την ομοφυλοφιλία ως υποψηφίων για βραβείο Όσκαρ και (κυρίως) τη μη επιλογή μιας από αυτές ως της καλύτερης ταινίας της χρονιάς, για τον ίδιο πάντα διαγωνισμό.

Το θέμα των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων είναι πρωτίστως θέμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αν και σε μερικές χώρες ήδη αναγνωρίστηκαν κάποια δικαιώματα συμβίωσης, αμοιβαίας διατροφής, σύνταξης κλπ., στις περισσότερες (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) παρατηρείται ισχυρή αντίδραση στην αναγνώριση δικαιωμάτων σε άτομα του ίδιου φύλου που συμβιώνουν με βούληση δέσμευσης.

Η εύκολη κριτική ότι η Κριτική Επιτροπή των βραβείων Όσκαρ δεν τόλμησε να απονείμει το βραβείο της καλύτερης ταινίας στο ‘Μυστικό του Brokeback Mountain’, αποδεικνύοντας έτσι το συντηρητισμό του συστήματος των Μ.Μ.Ε., έρχεται σε αντίθεση με την επίσης ευρέως διατυπωνόμενη θέση ότι τα Μέσα έχουν ‘αλωθεί’ από τους ομοφυλόφιλους. Η αλήθεια είναι ότι καμία άλλη μειοψηφούσα ομάδα πληθυσμού δεν εξασφαλίζει τόσο έντονη προβολή από τα Μ.Μ.Ε. Ως γνωστόν, η δυνατότητα προσαρμογής της νομοθετικής πραγματικότητας στα συμφέροντα μιας κοινωνικής ομάδας είναι ανάλογη της επιφάνειας πίεσης που ασκεί η ομάδα αυτή στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Τότε, το εύλογο ερώτημα είναι γιατί η νομική αποκατάσταση των ομοφυλόφιλων συμπολιτών μας υπολείπεται του δέοντος; Με άλλα λόγια, γιατί δεν έχουν καταφέρει να ανατρέψουν το συντηρητισμό της κοινής γνώμης και να επιβάλουν λύσεις που ευθυγραμμίζονται με τα συμφέροντά τους – ορισμένα από αυτά σχεδόν αυτονόητα για κάθε έμφρονα άνθρωπο;

Η απάντηση μάλλον εντοπίζεται στο γεγονός ότι, ενώ πολλά άτομα ομοφυλοφιλικού σεξουαλικού προσανατολισμού διαπρέπουν με το έργο τους, διακρίνονται στη δημόσια σφαίρα και έχουν εύκολη πρόσβαση στα κέντρα εξουσίας, δεν έχουν κατορθώσει (είτε λόγω απροθυμίας είτε λόγω ανικανότητας) να εκφέρουν πειστική επιχειρηματολογία ως προς τα δικαιώματά τους. Το να σου δίνεται βήμα είναι όντως πολύτιμο, αρκεί να έχεις κάτι να πεις. Η τηλεόραση έχει πλάσει για τους ομοφυλόφιλους μια εικόνα σχεδόν καρικατούρας, ενώ στο δημόσιο βίο η συζήτηση σπάνια διεξάγεται με προσόντα ώριμης και συνειδητής διεκδίκησης.

Η δράση δημιουργεί αντίδραση και η κοινωνική περιθωριοποίηση της ομοφυλοφιλίας έως τώρα έχει εκλύσει αντισώματα δημιουργικότητας ως διέξοδο των ομοφυλοφίλων από το περιθώριο. Πολύ φοβάμαι, όμως, πως ό,τι έχουν πετύχει ως άτομα αδυνατούν να το πετύχουν ως κοινωνική ομάδα. Μάλλον πρέπει οι ίδιοι πρώτοι, ως κοινότητα που μειονεκτεί δικαιικά, να αντιληφθούν ότι η διαφορά στη σεξουαλική προτίμηση δεν (πρέπει να) ενδιαφέρει οπουδήποτε αλλού παρά μόνο στην επιλογή ερωτικού συντρόφου. Πρέπει να ανοιχθούν στην (έστω και εχθρική αρχικά) κοινωνία χωρίς κόμπλεξ και τάσεις περιθωριοποίησης, να εκφέρουν πειστικό λόγο, να ανοίξουν ώριμο διάλογο. Τα τείχη του συντηρητισμού επιχειρούν να αποκλείσουν όσους θεωρούν ανεπιθύμητους από την υπόλοιπη κοινωνία. Από το να προσπαθείς -μάταια- να τα γκρεμίσεις με φωνές, καλύτερα να δεις την πόρτα που, λίγο παραδίπλα, στέκει ορθάνοιχτη.

(Στη φωτογραφία, ομοφυλόφιλος cowboy, πεπεισμένος πως η απονομή μόνο τριών βραβείων Όσκαρ στην ταινία 'Το μυστικό του Brokeback Mountain' βάλλει ευθέως κατά των ομοφυλοφίλων στο σύνολό τους, αναζητά τα μέλη της κριτικής επιτροπής, αποφασισμένος για εκδίκηση.)

Σάββατο, Μάρτιος 11, 2006

ΠΕΤΑΕΙ Ο ΑΕΤΟΣ;

Αξιόλογου πολιτικού συμβολισμού ήταν η προσπάθεια του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, κ. Παναγιώτη Ψωμιάδη, να ‘πετάξει’ στον ουρανό της Δευτερεύουσας (το ‘Συμπρωτεύουσα’, εκτός από ακαλαίσθητο, είναι και -σκόπιμα- παραπλανητικό) έναν τεράστιο χαρταετό, διαστάσεων 5χ5 μέτρα, τηρώντας έτσι το έθιμο που ταλαιπωρεί κάθε χρόνο μπαμπάδες (που πασχίζουν να εντυπωσιάσουν τον μπόμπιρά τους με τις ικανότητές τους στο πέταγμα του αετού) και τεχνικούς της Δ.Ε.Η. (που τρέχουν να ξεμπερδέψουν τα κατορθώματα των προηγούμενων). Η κατασκευή του χαρταετού ήταν τόσο πρόχειρη (για την αισθητική του ας μη σχολιάσω καλύτερα), ώστε τα λεπτά ξυλαράκια που αποτελούσαν το σκελετό του τσάκισαν σχεδόν αμέσως υπό το ίδιο του το βάρος. Το όραμα του Νομάρχη να υψώσει ‘το μεγαλύτερο χαρταετό των Βαλκανίων’ μπορεί να τελείωσε άδοξα, χρησιμεύει, ωστόσο, ως καλή αφετηρία κριτικής των πολιτικών του πεποιθήσεων και πρακτικών.

Ο κ. Ψωμιάδης εδώ και αρκετά χρόνια έχει αναγάγει το λαϊκισμό και την ‘εύκολη’ δεξιά ρητορεία σε προνομιακό πεδίο πολιτικής δραστηριοποίησής του. Το περιστατικό με τον χαρταετό προσφέρεται για παραλληλισμούς με τη λαϊκιστική πολιτική γενικά:


Ο λαϊκιστής δεν επιθυμεί να διακριθεί σε κάτι νέο, να πρωτοπορήσει, να καινοτομήσει. Θέλει απλώς να εντυπωσιάσει με το μέγεθος, το σχήμα, την εξωτερική εμφάνιση, ακόμη και αν αυτό που κάνει ή προτείνει είναι κάτι ανεδαφικό, μια μπούρδα, ένας τεράστιος χαρταετός που διαλύεται στο πρώτο φύσημα του ανέμου. Πασχίζει να υπερθεματίσει σε καθημερινά πράγματα που τα συναντάς σχεδόν παντού. Αυτό μπορεί να του προσφέρει ανέξοδη και χωρίς ιδιαίτερο ρίσκο δημοσιότητα και δημοφιλία. Έτσι, επαίρεται για το μεγαλύτερο χαρταετό, τη μεγαλύτερη σημαία, το μεγαλύτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο, το μεγαλύτερο ανδριάντα, τη μεγαλύτερη εκκλησία, πλατεία κλπ. Επιλέγει χρονικές περιόδους χαλαρές -συνήθως αργιών- και δραστηριότητες χωρίς ιδιαίτερο πολιτικό ή κοινωνικό υπόβαθρο.


Αν και αυτό που υπογραμμίζει είναι ο υπερθετικός βαθμός (το πιο μεγάλο, το πιο ακριβό κλπ.), αυτό που προτάσσει και τελικά αυτό που ενθουσιάζει τα πλήθη είναι ο συγκριτικός: ότι είμαστε καλύτεροι, πλουσιότεροι, ισχυρότεροι από κάποιους ή απ’ όλους τους άλλους. Και, μάλιστα, στην άλλη πλευρά της σύγκρισης θέτει όποιον η ιδεολογία και η ρητορεία του υπονοεί ως εχθρό ή ως απειλή (ο λαϊκισμός απαιτεί φανατισμό και αυτός με τη σειρά του εχθρούς και επιβουλές για να επιβιώσει): τα κομμουνιστικά καθεστώτα αναζητούσαν αφορμές σε κάθε πεδίο προκειμένου να πείσουν τους λαούς τους για την υπεροχή του πολιτικο-οικονομικού τους συστήματος έναντι του αντίστοιχου καπιταλιστικού, ενώ το ίδιο έπραττε και η άλλη πλευρά του παραπετάσματος. Παρομοίως και οι πολιτικοί με εθνικιστικό προσανατολισμό προσπαθούν να επιδείξουν στις μάζες σημεία υπεροχής του έθνους τους έναντι των άλλων (κυρίως γειτονικών ή εχθρικών) που όμως δεν συνδέονται με τον πυρήνα της οικονομικής, πολιτικής ή κοινωνικής τους ανάπτυξης αλλά με περιφερειακά, συχνά ασήμαντα γεγονότα.


Πρόσφορο πεδίο τέτοιων συγκρίσεων, που συνήθως δεν αντανακλούν και αντίστοιχα ισχυρό οικονομικό ή κοινωνικό σύστημα, είναι ο αθλητισμός, οι διαγωνισμοί ομορφιάς, τραγουδιού κλπ. Το κλασικό λογικό σχήμα που χρησιμοποιείται είναι να επεκτείνεται η υπεροχή κάποιου ή κάποιων προσώπων μιας ορισμένης υπηκοότητας έναντι κάποιων άλλων προσώπων διαφορετικής υπηκοότητας στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου αγώνα ή διαγωνισμού, σε υπεροχή γενικά ενός έθνους ή ενός πολιτικού συστήματος έναντι ενός άλλου. Αυτή η μανία για υπεροχή έναντι του άλλου, που δεν εδράζεται στην ανάγκη για ποιοτική αξιολόγηση των οικονομικών, κοινωνικών ή πολιτικών δομών μιας κοινωνίας σε σχέση και με τον περίγυρό της, αλλά στη γενίκευση περιθωριακών και εν πολλοίς συμπτωματικών γεγονότων, τυγχάνει ένθερμης υποδοχής και ικανοποίησης από πολιτικούς φορείς με έντονη ροπή στο λαϊκισμό.


Αξιοσημείωτο είναι, τέλος, το γεγονός ότι συνήθως η σκοπιμότητα (και τελικά η μιζέρια) των φορέων τέτοιων αντιλήψεων προδίδεται και από το πεδίο στο οποίο επιλέγουν να κάνουν τη σύγκρισή τους, προκειμένου να αυτοϊκανοποιηθούν εθνικά ή ιδεολογικά. Αναζητούν ένα πεδίο σύγκρισης αφενός προνομιακό (και αυτό μαρτυρά πού πραγματικά εντάσσουν και οι ίδιοι το κράτος τους) και αφετέρου εμπλεκόμενο με τον ‘εχθρό’ που θέλουν να εμφανίσουν ως κατώτερο. Έτσι, ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης θα πετούσε ‘το μεγαλύτερο χαρταετό των Βαλκανίων’ (άραγε σε πόσες άλλες χώρες των Βαλκανίων ή της υπόλοιπης Ευρώπης να υπάρχει το έθιμο του χαρταετού, ώστε να έχει νόημα η σύγκριση;) και γενικά στη χώρα μας η σύγκριση γίνεται κατά κανόνα σε επίπεδο Βαλκανίων, Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Μέσης Ανατολής κλπ., προδίδοντας μια απίστευτη μιζέρια ως προς το ποιους θεωρούμε ως ανταγωνιστές μας στο σύγχρονο κόσμο (δηλαδή σχεδόν τους ίδιους που θεωρούσαμε ανταγωνιστές κατά τους Βαλκανικούς ή τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη στιγμή που το σύγχρονο διακύβευμα δεν είναι τα εδάφη αλλά το εμπόριο, η γνώση και η τεχνολογία).


Οι χαρταετοί του λαϊκισμού πάντα θα υψώνονται από κάποιους και πάντα θα πέφτουν, καθώς το χοντροκομμένο σώμα τους θα τσακίζει την εύθραυστη ραχοκοκαλιά τους με το πρώτο φύσημα κάποιου ανέμου ορθολογισμού. Η αποθέωση της ασημαντότητας πάντα θα συγκεντρώνει τα φώτα της δημοσιότητας, όπως ακριβώς και ένας πλουμιστός χαρταετός 5χ5μ., ενώ τριγύρω η πραγματική ζωή θα συνεχίζει αμέριμνη, μακριά από τους υποτιθέμενους καταγραφείς της.


(Η δεύτερη εικόνα αποτελεί ταπεινή συμβολή αυτού του ιστοχώρου στη φιλότιμη προσπάθεια της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης να πετάξει, του χρόνου πλέον, τον μεγαλύτερο χαρταετό των Βαλκανίων. Ο αγώνας συνεχίζεται!)

Πέμπτη, Μάρτιος 09, 2006

WHER’ I END 'ND U BEGIN

Μου αρέσουν πολύ τα blog. Είναι, νομίζω, η μόνη μορφή τόσο ελεύθερης και διαδραστικής (ηλεκτρονικής) επικοινωνίας. Κάθε είδους δημοσίευση (ο,τιδήποτε κι αν αφορά – οπουδήποτε κι αν γίνεται) μοιάζει λίγο σαν να κλείνεις ένα μήνυμα σε ένα μπουκάλι και να το ρίχνεις κάπου. Ξέρεις –ή τουλάχιστον ελπίζεις- ότι κάποιος θα το βρει και θα το διαβάσει. Η απόσταση μεταξύ πομπού και δέκτη είναι γοητευτική, αλλά ταυτόχρονα κυκλώνει τον πρώτο με την ανασφάλεια (πρώτα) αν ποτέ κανείς θα διαβάσει αυτό που έστειλε και (έπειτα) πώς θα το σχολιάσει.

Αν έστελνες τα κείμενά σου σε μια εφημερίδα ή σ’ ένα περιοδικό, θα ένιωθες σα να έριξες το μπουκάλι που περιέχει το μήνυμά σου στη θάλασσα. Μάλλον το κύμα θα το φέρει στα χέρια κάποιου. Δύσκολα, ωστόσο, θα μάθεις τις εντυπώσεις που του άφησε, εφόσον δεν τον γνωρίζεις προσωπικά, ακόμα κι αν ο δέκτης του μηνύματος κολυμπάει λίγα μέτρα παραδίπλα.


Όταν ‘ανεβάζεις’ κείμενα σε ένα
blog τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά: μοιάζει περισσότερο σα να ρίχνεις το μπουκάλι στο διάστημα. Το διαδίκτυο είναι κάτι αντίστοιχα αχανές. Δεν μπορείς να πιστεύεις βάσιμα ότι θα διαβάσουν το blog σου πολλοί - ίσως τελικά τα μόνα ‘κλικ’ που θα το αγγίξουν να ακουστούν απ’ το δικό σου ποντίκι. Ίσως, πάλι, κάποιος να το δει. Ως εκεί, όμως. Χρόνο πολύ δεν θα έχει. Ούτε και το κείμενό σου είναι τόσο καλό, ώστε να ξοδέψει κι άλλα δευτερόλεπτα μιας ζωής.

Αν, ωστόσο, πιστεύεις ότι είσαι τόσο τυχερός, ώστε το μπουκάλι σου να χτυπήσει στο παράθυρο του
Star Trek την ώρα που ο Mr. Spock απλώνει έξω την μπουγάδα, και τόσο ικανός, ώστε ενθουσιασμένος να το διαβάσει από τα μεγάφωνα σε όλο το πλήρωμα, μάλλον χαραμίζεσαι. Στην ‘Τόλμη και γοητεία’ θα πλήρωναν καλά κάποιον με τη φαντασία σου, προκειμένου να βρει και άλλους πιθανούς συνδυασμούς παθιασμένου έρωτα, κέρατου και ίντριγκας μεταξύ των δέκα πρωταγωνιστών, τη στιγμή που νομπελίστες μαθηματικοί διαβεβαιώνουν τους σεναριογράφους ότι έχουν ήδη εξαντλήσει και τις 6.728 δυνατές αλλαξοκωλιές (με απενεργοποιημένους πάντα τους περιορισμούς λόγω φύλου, συγγένειας και ηλικίας).

Από την άλλη, το
blog είναι ένας απολύτως διαδραστικός τρόπος επικοινωνίας. Όποιος τυχόν το διαβάσει μπορεί να σου απαντήσει αμέσως και το σχόλιό του να αναρτηθεί σε συνέχειά του δικού σου κειμένου. Οι παραδοσιακές δυνατότητες απάντησης (μέσω επιστολής κλπ.), έμφυτα ακρωτηριασμένες λόγω των αυτονόητων δυσχερειών χώρου και χρόνου ως προς τη δημοσίευσή της, φαντάζουν πλάι στην εκπληκτική διαδραστικότητα του blog τόσο απλές και αμήχανες, όσο ο Κώστας Σημίτης δίπλα στην οικογένεια Φλωρινιώτη.

Όπως και να ’χει, τελικά, λέω να τολμήσω να στείλω κάποια συντρίμμια της σκέψης μου να περιπλανηθούν ελεύθερα στο κυβερνο-χάος. Στην καλύτερη περίπτωση θα γλιτώσω ένα σκασμό λεφτά απ’ την ψυχανάλυση. Στη χειρότερη θα έχω αφήσει μόλις ξημερώσει καναδυό μαύρα κούτσουρα να σιγοκαπνίζουν τη μέρα σας. Μ’ ακούει κανείιιιις; Πάρτε το μηδέεεεεεν…